ΓΝΩΜΗ :Με το ίδιο εισόδημα, ο ελεύθερος επαγγελματίας θεωρείται…πιο πλούσιος από τον μισθωτό!

0

Ο προσδιορισμός των φορολογικών συντελεστών στη φορολογία εισοδήματος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξουσίες που διαθέτει o νομοθέτης στα πλαίσια της αρμοδιότητας που του έχει ανατεθεί  για τη διαμόρφωση της φορολογικής πολιτικής.

Κατά την ενάσκηση της εν λόγω εξουσίας, γίνεται παγίως δεκτό, ότι ο νομοθέτης διαθέτει μεγάλη ελευθερία κινήσεων και ευρύ περιθώριο επιλογών, το οποίο πρακτικά σημαίνει, ότι τα όργανα που είναι κατά κύριο λόγο επιφορτισμένα με τον έλεγχο των πράξεών του, δηλαδή τα δικαστήρια, διαθέτουν αντίστοιχα, περιορισμένες δυνατότητες παρέμβασης στο έργο του.

Ο λόγος βέβαια είναι ότι η φορολογική πολιτική, βάσει της οποίας ο πολιτειακός μηχανισμός αντλεί τους απαραίτητους για τη συντήρηση και τη λειτουργία του πόρους,  είναι καίριας σημασίας για την κατάστρωση και την υλοποίηση οιουδήποτε κρατικού σχεδίου, με αποτέλεσμα, οιαδήποτε παρέμβαση στον ευαίσθητο αυτό τομέα της πολιτειακής δράσης, να έχει αντίκτυπο στο σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής.

Η τυχόν αναγνώριση διευρυμένης ελεγκτικής εξουσίας στα όργανα της δικαιοσύνης επί των φορολογικών επιλογών του νομοθέτη, θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου, δεδομένου ότι, υπό το ενδεχόμενο αυτό, θα ήταν πανταχού παρών ο κίνδυνος παράλυσης όλου του κυβερνητικού μηχανισμού από τα όργανα της δικαστικής λειτουργίας, τα οποία, σε σχέση με τους άμεσα εκλεγμένους από το λαό βουλευτές, δεν χαίρουν της ίδιας δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Ωστόσο, αν και ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλη ελευθερία κατά τη διαμόρφωση της φορολογικής πολιτικής, αυτό δε σημαίνει ότι η εξουσία του είναι απεριόριστη. Περιορίζεται από τις αρχές της φορολογικής ισότητας, της καθολικότητας του φόρου και της φορολογικής δικαιοσύνης. Ο νομοθέτης οφείλει, μεταξύ άλλων, να μεταχειρίζεται με τον ίδιο τρόπο τους φορολογούμενους όταν τελούν υπό  τις ίδιες συνθήκες.

Τα τελευταία όμως χρόνια, και ειδικά όσον αφορά στον καθορισμό των φορολογικών συντελεστών στη φορολογία εισοδήματος, ενήργησε κατά κατάχρηση της απονεμημένης σε αυτόν από το Σύνταγμα εξουσίας.

Πιο συγκεκριμένα, μέχρι και το 2012, οι φορολογικοί συντελεστές βάσει των οποίων προέκυπτε ο οφειλόμενος φόρος από το συνολικό δηλωθέν καθαρό εισόδημα του φορολογούμενου, ορίζονταν αποκλειστικά με βάση το ύψος του δηλωθέντος καθαρού εισοδήματος και ήταν ανεξάρτητοι από την πηγή του.

Λόγου χάρη, εάν κάποιος, για τη χρήση του 2012, δήλωσε καθαρό εισόδημα ύψους 12.000,00 ευρώ, φορολογήθηκε με ένα συντελεστή 10% για τα 7.000,00 ευρώ κατά τα οποία το εισόδημά του υπερέβη το τότε ισχύον αφορολόγητο όριο των 5.000,00 ευρώ, χωρίς για το ύψος του συντελεστή αυτού να ληφθεί υπ’ όψιν εάν ο φορολογούμενος ήταν ελεύθερος επαγγελματίας, μισθωτός ή συνταξιούχος. Και αυτό άλλωστε ήταν και το ορθό, δεδομένου ότι τόσο ένας μισθωτός όσο και ένας αυτοαπασχολούμενος με καθαρό εισόδημα 12.000,00 ευρώ έκαστος, έχουν προφανώς την ίδια φοροδοτική ικανότητα, και άρα είναι επιβεβλημένο από τη συνταγματική αρχή της ισότητας να τύχουν της ίδιας μεταχείρισης από το φορολογικό νομοθέτη.

Από το 2013 και μετά όμως παρατηρήσαμε μία στροφή στις εκτιμήσεις του φορολογικού νομοθέτη, ο οποίος αποφάσισε να μεταχειρίζεται εφεξής με διαφορετικό τρόπο άτομα με την ίδια φοροδοτική ικανότητα, επί τη βάσει ενός άσχετου εν προκειμένω κριτηρίου, ήτοι της πηγής του εισοδήματός τους.

Από το 2013 και μετά, κατά τις νέες εκτιμήσεις του νομοθέτη, ένας αυτοαπασχολούμενος με ετήσιο δηλωθέν εισόδημα ύψους 12.000,00 ευρώ είχε κατά κάποιο «μαγικό» τρόπο καταστεί πλουσιότερος από έναν μισθωτό που δήλωσε εισόδημα ύψους, επίσης, 12.000,00 ευρώ. Γι’ αυτό το λόγο ο πρώτος «έπρεπε» να φορολογηθεί με συντελεστή 26%, ενώ ο δεύτερος με συντελεστή 22%, μολονότι και οι δύο είχαν αυξήσει την περιουσία τους κατά το ίδιο ποσό των 12.000,00 ευρώ!

Κάποιος θα μπορούσε στο σημείο αυτό να ισχυριστεί ότι, εν προκειμένω, η διαφορετική αντιμετώπιση των μισθωτών σε σχέση με τους μη μισθωτούς δικαιολογείται από τη γενικά παραδεδεγμένη ευχερέστερη δυνατότητα των δεύτερων σε σχέση με τους πρώτους να αποκρύψουν εισοδήματα και να φοροδιαφύγουν.

Aυτή η τακτική ωστόσο ισοδυναμεί με την ενοχοποίηση μίας ομάδας φορολογουμένων a priori και με μόνο κριτήριο το είδος της απασχόλησής τους, χωρίς να εξετάζεται εάν πράγματι φοροδιέφυγαν, ενώ ο αυξημένος φορολογικός συντελεστής στην περίπτωση των μη μισθωτών λαμβάνει κατ’ ουσίαν το χαρακτήρα προστίμου επιβαλλόμενου εκ των προτέρων και αδιακρίτως σε όλα τα πρόσωπα της κατηγορίας αυτής, για εικαζόμενες φορολογικές παραβάσεις, τις οποίες ο νομοθέτης θεώρησε πεπραγμένες άνευ άλλου τινός, ίσως μόνο και μόνο επειδή οι φορολογικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί απλά δεν είχαν την απαραίτητη στελέχωση, ή τα μέσα, κατόπιν έρευνας, να τις διακριβώσουν.

Αυτή η αντιμετώπιση όμως δεν αρμόζει σε μια πολιτεία που θέλει να αυτοχαρακτηρίζεται ως κράτος δικαίου.

Οι ίδιες δε ως άνω σκέψεις ισχύουν και σε σχέση με την επιλεκτική καθιέρωση αφορολόγητου ορίου εισοδήματος, η οποία οδήγησε στο να θεωρείται «προνόμιο» επιφυλασσόμενο για λίγους, κάτι που θα έπρεπε  αυτονόητα να ισχύει για όλους…

Πηγή :www.insider.gr

 Οι αναδημοσιεύσεις Άρθρων Γνώμης , δεν απηχούν κατ’ ανάγκη και τις απόψεις της Ομάδας  foroline-ADC.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.