Πάμε σινεμά; Οι ταινίες της εβδομάδας (6-1-2017)

0

Εβδομάδα με δυνατούς τίτλους, ανάμεσα στους οποίους ο «Paterson» του Τζιμ Τζάρμους, τα «Νυκτόβια πλάσματα» του Τομ Φορντ αλλά και η «Σιωπή» του Μάρτιν Σκορσέζε

του Γιάννη Ζουμπουλάκη*

«Paterson»

Μπορεί μέσα από το τίποτε να αντλήσει κανείς ποίηση; Μπορεί η ρουτίνα να μην προκαλεί ανία αλλά χαρά και ευδαιμονία; Μπορεί η καθημερινότητα να είναι τελικά μαγεία; Μα και βέβαια μπορούν! Απόδειξη η τελευταία, υπέροχα γλυκιά ταινία του Τζιμ Τζάρμους, που παραμένει ο πιο γνήσια ρομαντικός, ο πιο αυθεντικός ποιητής του αμερικανικού κινηματογράφου των τελευταίων 30 πια χρόνων. «Paterson» ο τίτλος της ταινίας, όνομα που ανήκει τόσο στον κεντρικό ήρωά της (Ανταμ Ντράιβερ) όσο και στην κωμόπολη όπου εργάζεται ως οδηγός λεωφορείου.
Ο Πάτερσον δεν μιλά πολύ, λέει μόνο τα απαραίτητα και συνήθως έχει ένα σοβαρό ύφος. Του αρέσει όμως να γράφει ποίηση και το κάνει κάθε μέρα στο βολάν λίγο προτού η βάρδιά του αρχίσει. Το μπλοκάκι και η πένα του είναι τα φυλαχτά του. Ζει μια απλή, «ακίνητη», κατά μια έννοια, ζωή η οποία όμως έχει τελικά χρώμα και ναι, είναι γεμάτη χυμούς, πολλοί από τους οποίους οφείλονται στην όμορφη ανατολίτισσα γυναίκα του τη Λόρα (η αισθησιακή ιρανή ηθοποιός Γκολσιφτέχ Φαραχανί που ακολουθεί διεθνή καριέρα).
Η Λόρα βρίσκεται επίσης στον δικό της κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο κυριαρχεί το άσπρο και το μαύρο, τα δύο αγαπημένα χρώματά της (αλλά και του Τζάρμους αν θυμηθούμε τις ασπρόμαυρες ταινίες του) που ντύνουν στην κυριολεξία όλη της τη ζωή: από τα κέικ που φτιάχνει με αγάπη ως τους τοίχους που βάφει, τα μαξιλάρια, την ηλεκτρική κιθάρα της. Το ζεύγος έχει και έναν σκύλο, τον Μάρβιν, ο οποίος δεν είναι ούτε το ομορφότερο ούτε το καλύτερο παιδί του κόσμου. Αλλά και λοιπόν;
Και η ταινία προχωρά μέρα με τη μέρα, στάση με τη στάση, στίχο με τον στίχο. Ενίοτε η  οθόνη πλημμυρίζει από τα γραπτά του Πάτερσον, ο ίδιος τα απαγγέλλει (off), ενώ η μόνη «περιπετειώδης» δράση της ταινίας είναι μια μηχανική βλάβη του λεωφορείου και ένας καβγάς στο μπαρ όπου ο Πάτερσον αρέσκεται να συχνάζει.
Ο Τζάρμους πλημμυρίζει την ταινία με αξιαγάπητους χαρακτήρες σε μικρούς ρόλους, ένας ιάπωνας τουρίστας που πιάνει κουβέντα με τον Πάτερσον, ένα μελαγχολικό κορίτσι που απορεί που ο ένας οδηγός λεωφορείου διαβάζει Εμιλι Ντίκινσον, ο ινδός εργοδηγός του που κάθε μέρα παραπονιέται για τα ατελείωτα προβλήματά του.
Μικρά, φαινομενικά ασήμαντα στιγμιότυπα της καθημερινότητας, από αυτά που δεν τους δίνουμε συνήθως σημασία αλλά και αυτά που κάνουν τη ζωή μας όμορφη χωρίς πάντα να το καταλαβαίνουμε. Είναι αυτά που της προσθέτουν μαγεία και ομορφιά και ζωντάνια και χιούμορ και τελικά, ναι, ποίηση. Βαθμολογία: 4 ½
«Νυκτόβια πλάσματα» («Nocturnal animals», ΗΠΑ, 2017)

Δεύτερη ταινία του Τομ Φορντ μετά το πολύ καλό «Ενας άντρας μόνος» (2009), τα «Νυκτόβια πλάσματα» («Nocturnal animals», ΗΠΑ, 2017) είναι κάτι σαν ελεγεία για τους χαμένους αυτής της ζωής, εκείνους που προσπάθησαν μεν, δεν τα κατάφεραν δε. Ούτε ένας ήρωας σε αυτή την ταινία δεν μπορεί να πει ότι έχει πραγματικά κερδίσει κάτι στη ζωή του, όλοι ταλαιπωρούνται από τις αδυναμίες τους, από την απραξία τους, όλοι κινούνται σαν φαντάσματα ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που θα ήθελαν να είναι.

Η ταινία ανοίγει μέσα στο πολυτελές σπίτι μιας γυναίκας (Εϊμι Ανταμς) που μόλις έχει δεχθεί το μυθιστόρημα του πρώην συζύγου της (Τζέικ Τζίλενχααλ), τίτλος του οποίου είναι ο τίτλος της ταινίας. Το μυθιστόρημα είναι η αφήγηση ενός πολύ δυσάρεστου περιστατικού που έχει να κάνει με την κατεστραμμένη ζωή τους – αν όχι τελείως, σίγουρα εν μέρει.

Με οδηγό αυτή την ιδέα, κατά κάποιον τρόπο ο Φορντ έφτιαξε δύο ταινίες. Η μία ανήκει στο τώρα και κινείται σχεδόν εξ ολοκλήρου επάνω στην ηρωίδα της Ανταμς αποτυπώνοντας την κενότητα της ζωής της, μια έξυπνη γυναίκα εγκλωβισμένη μέσα στην υποκρισία ενός γάμου σε κρίση και την junk κουλτούρα που εμπορεύεται αλλά κατά βάθος δεν πιστεύει. Η άλλη ταινία, εξίσου ενδιαφέρουσα και με την ελκυστική πινελιά του θρίλερ, είναι η αναπαράσταση του μαρτυρικού ταξιδιού που αφηγείται ο ήρωας του Τζίλενχααλ στο βιβλίο του, από το οποίο δεν λείπουν οι φόνοι, οι βιασμοί και ένας καρκινοπαθής αστυνομικός χάρη στον οποίο ο ηθοποιός Μάικλ Σάνον καταφέρνει να κλέψει την παράσταση.

Ο συνδυασμός των δύο ταινιών ή αλλιώς της πραγματικότητας με τη φαντασία λειτουργεί αρμονικά, η ταινία ρουφιέται σαν ένα ποτήρι νερό, αν και λόγω θέματος, η γεύση που τελικά αφήνει είναι μάλλον του μουρουνέλαιου.  Βαθμολογία: 4

«Σιωπή» («Silence», ΗΠΑ / Μεξικό / Ταϊβάν, 2016)

Επικηρυγμένοι ιησουίτες ιεραπόστολοι σε μια Ιαπωνία που χαρακτηρίζεται «βάλτος στον οποίο είναι αδύνατον να ανθίσει το λουλούδι του χριστιανισμού», ο Ροντρίγκεζ και ο Γκάρπε (Αντριου Γκάρφιλντ, Ανταμ Ντράιβερ, αντίστοιχα) αναζητούν τον μέντορά τους, τον πατέρα Φερέιρα (Λίαμ Νίσον) που φημολογείται ότι απαρνήθηκε τον χριστιανισμό μη αντέχοντας τα μαρτύρια των Ιαπώνων. Το ταξίδι τους στην Ιαπωνία του 17ου αιώνα της ταινίας «Σιωπή» («Silence», ΗΠΑ / Μεξικό / Ταϊβάν, 2016) θα είναι μεγάλο, επίπονο, αιματηρό ενώ κατά τη διάρκειά του η δράση θα περιοριστεί στον Ροντρίγκεζ, ο οποίος από κάποια στιγμή και μετά θα νιώσει ότι ακολουθεί κυριολεκτικά τα βήματα του Ιησού Χριστού σε έναν Γολγοθά χωρίς νόημα.

Είναι γνωστό ότι η κινηματογράφηση του μυθιστορήματος του Σουσάκου Εντο «Σιωπή» υπήρξε όνειρο ζωής για τον Σκορσέζε, ο οποίος ενδεχομένως θα είχε γίνει ιερέας αν δεν είχε γίνει σκηνοθέτης και το έχει διαβάσει αμέτρητες φορές, προλογίζοντάς το μάλιστα σε μια νεότερη έκδοσή του που κυκλοφορεί εδώ από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Εχοντας προσφάτως διαβάσει το μυθιστόρημα του Εντο μπορώ να πω ότι ο σπουδαίος σκηνοθέτης ακολούθησε κατά γράμμα τις σελίδες της προσωπικής Βίβλου του, βγάζοντας τελικά στην οθόνη την ουσία του κειμένου του Εντο, που είναι σχεδόν αποκλειστικά το ζήτημα που τον απασχολεί σε όλα τα βιβλία του: η έλλειψη κατανόησης που χωρίζει τον ασιατικό από τον δυτικό πολιτισμό.

Κινηματογραφικά όμως, η «Σιωπή» δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως λειτουργεί ως βιβλίο και δεν συγκρίνω τα δύο μέσα. Ο Σκορσέζε ξέρει πολύ καλά το θέμα του αλλά στην πραγματικότητα τα έχει πει όλα από την πρώτη κιόλας ώρα σε μια ταινία που διαρκεί περίπου δυόμισι. Τα ανομολόγητα μαρτύρια, η τρομερή καταπίεση, ο ανίκητος φόβος, η προδοσία, η αμφισβήτηση προς τον Θεό, η αδίστακτη σιωπή του απέναντι στα εγκλήματα που γίνονται στο όνομά του, η κλονισμένη πίστη, όλες αυτές οι ιδέες και έννοιες έρχονται και ξανάρχονται σε μια ταινία που δείχνει η ίδια εξαντλημένη από το θέμα της και σώζεται κυρίως από τη δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας Ροντρίγκο Πριέτο που απέδωσε μια μυστηριακή ομορφιά στο φυσικό τοπίο της Ταϊβάν όπου τελικά η «Σιωπή» γυρίστηκε. Βαθμολογία: 2
«Assassin’s creed»
Ατελείωτα μπρος – πίσω στον χρόνο, από την Ανδαλουσία του 1492 στο Λος Αντζελες του 1986 και του σήμερα, εντυπωσιακά χορογραφημένες σκηνές δράσης, ακαταλαβίστικες ιστορίες μυστικισμού με Ναΐτες και άλλες σέκτες, ατελείωτοι φόνοι αποκλειστικώς με μαχαίρια, ένας Μάικλ Φασμπέντερ με κορμοστασιά Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ στα νιάτα του, μια Μαριόν Κοτιγιάρ βαμμένη σαν ανδροειδές, ένας κομψότατος Τζέρεμι Αϊρονς σε ρόλο αδίστακτου επιχειρηματία και πίσω από όλα αυτά ένα βίντεο γκέιμ ονόματι «Assassin’s creed», όπως εξάλλου και ο τίτλος της χαοτικής ταινίας του Τζάστιν Κερζέλ που εν τέλει απευθύνεται αποκλειστικώς στους χρήστες του (σε 2D και 3D). Βαθμολογία: 2
Βαθμολογία 5: εξαιρετική, 4: πολύ καλή, 3: καλή, 2: ενδιαφέρουσα, 1: μέτρια, 0: απαράδεκτη, -: χωρίς άποψη
 *Ο Γιάννης Ζουμπουλάκης είναι κριτικός κινηματογράφου στο http://www.tovima.gr/

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ