Εδώ είναι Αττική, φαιό νταμάρι ή Τουρκοβούνια,η άλλη όψη…

0

 Όχι δεν είμαστε στην Αριζόνα. Ούτε στο Κολοράντο. Δεν ξεύρω αν θα το πιστέψεις, αλλά βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα σε Ψυχικό και Γαλάτσι. Ναι, στην Αθήνα. Και συγκεκριμένα στα Τουρκοβούνια. Σε μία πλευρά τους, που ελάχιστοι γνωρίζουν. Παρότι ζούνε εδώ τριγύρω μερικά εκατομμύρια άνθρωποι. Και παρότι ακριβώς παραδίπλα του, υψώνονται βουνό οι πολυκατοικίες και τα τσιμέντα τους

Διότι υπάρχουν και πράγματα που κοιτάμε αλλά δεν βλέπουμε. Που προσπερνάμε, αλλά δεν συνειδητοποιούμε. Που υποτίθεται πως ξεύρουμε, αλλά επί της ουσίας δεν γνωρίζουμε. Λοιπόν εγώ απεφάσισα σήμερις να σε φέρω και να σου δείξω ένα μέρος που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Ένα μέρος άχρονο και απροσδιόριστο, ένα μέρος ξεχασμένο και ήσυχο, άσχημο και όμορφο ταυτόχρονα. Στη μέση μίας πόλης εκκωφαντικής.
Μη με ρωτήξεις πώς και γιατί βρέθηκα εδώ. Ένα απόγευμα ήταν, πριν κάποια χρόνια, όταν με έβγαλε κατά δω, μία από εκείνες τις βόλτες που συνηθίζω να κάμω για να αδειάζει το κεφάλι μου.
Τα πρώτα μου βήματα ήταν δειλά και διστακτικά. Θες η ερημιά, θες η εικόνα της εγκατάλειψης, τα μπάζα και τα σκουπίδια; Δεν είναι εύκολη απόφαση να σκαρφαλώσει κανείς σε ετούτες τις ανηφοριές.
Κάποιες ερειπωμένες αποθήκες, μερικοί κακοποιημένοι τοίχοι και ένα κίτρινο σαραβαλάκι σε φάση αποσύνθεσης, δεν είναι τελοσπάντων και η πιο θελκτική εισαγωγή για τη βόλτα σου. Μήτε σε προδιαθέτουν για κατιτίς ευχάριστο και αισιόδοξο.
Για να σου λύσω και την απορία, εδώ λειτουργούσε για χρόνια ένα νταμάρι. Με κάμποσους εργάτες και βοηθητικά μπίλντινγκς. Πούχουνε μείνει πλέον κάπου μεταξύ του μεταφυσικού και του θρίλερ. Σαν σκηνικό για ταινία καταστροφής. Που ερημώθηκε ο κόσμος, είσαι ο τελευταίος επιζών και δεν ξεύρεις αν θα σου πεταχτεί το ζόμπι, το άλιεν ή το βαμπίρ. Και για κακή σου τύχη, δεν είσαι μήτε ο Ζαν Κλοντ ΒανΝταμ, μήτε ο Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ -για νάχεις και μία ελπίδα να το παλέψεις. Κοινώς, άκλαυτος θα πας και ζωή σε λόγου μας.

Όχι, τα κτήρια δεν βρίσκονται απλώς σε κακή κατάσταση. Καταρρέουν, πέφτουν και σε πλακώνουν. Τα πορτοπαράθυρα λείπουν, τα θεμέλια έχουν αποσαθρωθεί και κάποιες στέγες έχουν αγκαλιαστεί με τα δάπεδα και τα ξερόχορτα.

Το μπετόν, το ελενίτ και το τσιμέντο εναλλάσσονται σε αυτές τις γνώριμες νεοελληνικές τους συνθέσεις -που δηλαδής σκέφτεσαι ότι πρέπει να καταβάλει κανείς μεγάλη προσπάθεια για να σιάξει κάτι τόσο άσχημο καταμεσίς των πεύκων.

Εντάξει, βρίσκεις και κάποια κτήρια που υπό άλλες συνθήκες ίσως και να σου ήταν πιο συμπαθητικά. Αλλά που υπό την παρούσα κατάσταση, τρέμεις πως κατοικούνται τα βράδια από τίποτις συμμορίες, αλητείες ή μεταφυσικά φαινόμενα μη-χειρότερα.

Και μπορεί να μην το έχεις συνειδητοποιήσει, αλλά θα σου το αποκαλύψω εγώ: ετούτος ο λόφος είναι ο υψηλότερος του λεκανοπεδίου της Αττικής και υπήρξαν καιροί και εποχές που ήταν καταπράσινος και ειδυλλιακός.

Αν ήσουν αρχαίος ας πούμε, ένας Εμπεδοκλής, ένας Αριστομένης, ένας Παρμενίωνας και ήθελες να ξεμοναχιάσεις την καλή σου, μία Μελπομένη, μία Θέκλα, μία Ευμορφία, τότες μία από τις πιο θελκτικές επιλογές σου ήτανε να τη φέρεις για περίπατο εδώ.

Μα για να θαυμάσετε το ξόανο του Αγχεσμίου Διός που ήταν στημένο κάπου σε αυτήν την πλαγιά, φυσικά! Εντάξει και για να σουρτουκέψετε τα πιτσουνάκια και να κάμετε τους ασπασμούς σας. Βεβαίως, είχε το μέρος και τους κινδύνους του. Αγρίμια, ανέμους, κακοποιά στοιχεία. Όχι ναρκομανείς ντε! Αλλά επικίνδυνους ληστές που κρύβονταν στις σπηλιές της περιοχής και καραδοκούσαν να σου υφαρπάξουν τον οβολό σου, το καλό σου το χιτώνιο ή τις χρυσαφένιες σου πόρπες.

Και μπορεί το μέρος να είχε προδιάθεση στην ανομία από αρχαιοτάτων, αλλά φαντάζομαι ότι ο αρχαίος δεν έκαμε τον κόπο να ανέβει ως εδώ απάνου για να πετάξει τις υδρίες του και τ’αποφάγια από το κρεάδιον μόσχου και την όρνιθα ψητή που περιδρόμιασε στο χθεσινό συμπόσιο.  Μήτε έπαιρνε το σπρέι και έγραφε αντικαθεστωτικά συνθήματα κατά του Περικλέως βεβαίως-βεβαίως. Διότι ο νεοέλληνας, το κάμει ωραιότατα!

Κάθε φορά που ανεβαίνω ως εδώ και κοιτάζω το τοπίο ή τρυπώνω το βλέμμα μου μέσα στα κτήρια, με πιάνει η ψυχή μου. Όλα ρημαγμένα και σπασμένα.

Γραμμένοι τοίχοι…

…βγαλμένα παράθυρα…

…ξεχαρβαλωμένες πόρτες…

 …πεταμένα μπάζα, σπασμένα δοκάρια, θρυμματισμένα τζάμια…

…καμμένα βιβλία…

…ένας απέραντος σκουπιδότοπος.

Όλα ένας καμβάς για την εκδήλωση της αλητείας και της βαρβαρότητάς μας. Μία κατάντια στην οποία έχουμε πλέον εθιστεί και δεν μας κάμει ουδεμία εντύπωση. Διότι τη συναντάμε πλέον συνεχώς στην καθημερινότητά μας και έχουμε βυθιστεί στο βούρκο της.

Αλλά που -κάποιους τουλάχιστον εξ ημών- συνεχίζει να μας πληγώνει και να μας προκαλεί αποστροφή. Και θλίψη. Και απόγνωση.

Τη βλέπω την απορία στα μάτια σου τόσην ώρα: γιατί ήρθαμε ως εδώ απάνου; Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται αυτό το μέρος είναι τόσο οικτρή που θάπρεπε κανείς να το αποφεύγει και να το διαγράφει από τη μνήμη και το οπτικό του πεδίο. Όπως κάμουν οι εκατομμύρια Αθηναίοι που μένουν ή περνούν από δίπλα του.

Έχουμε πολύ συγκεκριμένο λόγο που ήρθαμε ως εδώ απάνου. Για να διαπιστώσουμε ξανά. Και ξανά και ξανά. Πως η αποτυχία μας είναι παταγώδης. Πως η κρίση είναι ολόδική μας και μας αξίζει.

Τώρα εσύ θα μου πεις «ψιλά γράμματα, ρε πτηνό!» Εδώ δεν μπορούμε ως κοινωνία και ως κράτος να συντηρήσουμε ενάμιση πάρκο στην Αθήνα (και αναφέρομαι στο κατεστραμμένο πλέον Πεδίον του Άρεως και στο αξιοθρήνητο Πάρκο Τρίτση) κι έρχεσαι εσύ να μου συζητάς για μέρη σαν τα Τουρκοβούνια;

Ε λοιπόν ναι, εγώ θα συνεχίσω να σου ομιλώ για μέρη σαν τα Τουρκοβούνια. Διότι γνωρίζω μεν καλά τη συλλογική μας απρονοησία και την κρατική αναλγησία και δεν τρέφω αυταπάτες, αλλά υπάρχουν πράγματα που με ξεπερνούν. Όπως το να μιλάς για το Ελληνικό και να πανηγυρίζεις που βρέθηκε επιτέλους μία έκταση για να σιάξεις μητροπολιτικό πάρκο σε μία πόλη που πράγματι στερείται σκανδαλωδώς πρασίνου και την ίδια στιγμή εν τω μέσω της ίδιας πόλης, να έχεις ένα χώρο πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων που είναι ρημαγμένος, ξεχασμένος και αναξιοποίητος.

Ανεβήκαμε ως εδώ για να θαυμάσουμε. Το σκηνικό της θλίψης που στεφανώνει την πόλη. Με το κράτος να παραμένει απών και όλους εμάς θύματα μίας υπέρτερης και αδάμαστης αναρχίας.
Και για να επιβεβαιώσουμε. Πως όχι, δεν είναι στραβός ο γιαλός, αναγνώστα. Είναι εντελώς ξεκάθαρο πως στραβαρμενίζουμε.
πηγή: http://pigkouinos.blogspot.gr/

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ