«Λιπάσματα» Δραπετσώνας: «Κολαστήριο» για εργάτες και παρατράπεζα!

0

Η ιστορία του εργοστασίου αρχίζει στις 13 Μαΐου 1909, οπότε δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το καταστατικό της «Ελληνικής Εταιρείας χημικών προϊόντων και λιπασμάτων».

Από το ιδρυτικό καταστατικό φάνηκαν οι προοπτικές της νέας εταιρείας, καθώς για πρώτη φορά στην επιχειρηματική ιστορία του τόπου συνενώνονταν σε ένα εγχείρημα τρεις τράπεζες (Εθνική, Αθηνών και Ανατολής), βιομήχανοι και έμποροι.
Το μετοχικό κεφάλαιο ορίστηκε στα 2 εκατομμύρια δραχμές και μεγαλύτερος μέτοχος, με 3.000 μετοχές, ήταν ο βιομήχανος Λεόντιος Οικονομίδης (1886-1922), στενός φίλος και συνεργάτης του Νικόλαου Κανελλόπουλου, που επίσης πήρε σημαντικό αριθμό μετοχών (2.030).

Οι δύο συνέταιροι, που δημιούργησαν λίγα χρόνια νωρίτερα την τσιμεντοβιομηχανία «Τιτάν», ήταν οι εμπνευστές του εγχειρήματος της εταιρείας Λιπασμάτων και μέλη της «παρέας της Ζυρίχης», μιας ομάδας νέων επιστημόνων που στα τέλη του 19ου αιώνα έκαναν μέρος των σπουδών τους στο Πολυτεχνείο της ελβετικής πόλης.Στην «παρέα» τους ανήκαν ακόμα οι Αλέξανδρος Ζαχαρίου, Ι. Αραπίδης, Α. Χατζηκυριάκος, Ι. Ρουσσόπουλος κ.ά.

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς, αμέσως μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα, ανά δύο ή περισσότεροι μαζί, συγκρότησαν επιχειρήσεις που έπαιξαν κεντρικό ρόλο στον κλάδο τους και διαμόρφωσαν εν πολλοίς το επιχειρηματικό τοπίο της χώρας μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.Η επιτυχία των επιχειρηματικών κινήσεων καθοριζόταν από την εξεύρεση κεφαλαίων.Γι’ αυτό ο ρόλος των τραπεζών, ιδιαίτερα της Εθνικής, ήταν καθοριστικός.

[…]

Τότε, η χρήση χημικών λιπασμάτων ήταν σχεδόν άγνωστη στη χώρα μας.

Γι’ αυτό, η εταιρεία κατέβαλε από την αρχή μεγάλες προσπάθειες, με τη δημιουργία δικτύου επαρχιακών γεωπόνων, για να πείσει τους αγρότες πως ήταν αναγκαία η φωσφορική λίπανση για τη βελτίωση της ποιοτικής και ποσοτικής απόδοσης των καλλιεργειών τους.Από την αρχή της λειτουργίας του εργοστασίου παρουσιάστηκε το πρόβλημα της συσκευασίας του θειικού οξέος σε γυάλινα δοχεία για να μπορεί να μεταφέρεται.

Γι’ αυτό, το 1911 αρχίζουν οι μελέτες για την κατασκευή μονάδας υαλουργείου παραγωγής φιαλών, η οποία θα ξεκινήσει την παραγωγή τρία χρόνια αργότερα.

Ταυτόχρονα με την ανάπτυξη της εταιρείας, έρχονται και οι πρώτες συγκρούσεις με τους εργαζόμενους.

Οπως διαβάζουμε στην πειραϊκή εφημερίδα «Φως» (15 Μαΐου 1916), με πρωτοβουλία ανώτερου στελέχους που αναλάμβανε «κατά μυστηριώδη τρόπον εργολαβικώς τας φορτοεκφορτώσεις της Εταιρείας», σταμάτησε η συνεργασία με τους φορτοεκφορτωτές του τότε Συνδέσμου Εργατών Λιμένος Ζέας και στη θέση τους πήραν ανειδίκευτους -εκτός σωματείου- εργάτες.

Δημοσίευμα της εφημερίδας «Φως» (2.10.1916) για την απεργία στα Λιπάσματα προκειμένου να γίνει σωματείο. Δεξιά: η έκταση των Λιπασμάτων όπως φαίνεται σήμερα, καθώς τα περισσότερα κτίρια κατεδαφίστηκαν «εν μιά νυκτί» μετά το κλείσιμο του εργοστασίου.Δημοσίευμα της εφημερίδας «Φως» (2.10.1916) για την απεργία στα Λιπάσματα προκειμένου να γίνει σωματείο. Δεξιά: η έκταση των Λιπασμάτων όπως φαίνεται σήμερα, καθώς τα περισσότερα κτίρια κατεδαφίστηκαν «εν μιά νυκτί» μετά το κλείσιμο του εργοστασίου. |

Στα τέλη Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, καθώς πλέον είχε κατοχυρωθεί από διετίας νομοθετικά η συνδικαλιστική δράση, οι εργάτες των Λιπασμάτων ξεκινούν να φτιάξουν σωματείο.

«Ο κ. Κανελλόπουλος τον οποίον οι αντιπρόσωποι του Εργατικού Κέντρου επεσκέφθησαν εδήλωσε κατηγορηματικώτατα ότι με κανένα τρόπον δεν θα εδέχετο να αποτελέσουν οι εργάται των επιχειρήσεών του Σωματείον διότι εν τοιαύτη περιπτώσει θα προτίμα να κλείσει το εργοστάσιον» («Φως», 29.9.1916).

Παράλληλα, προχωρά στην απόλυση πέντε εργατών που πρωτοστάτησαν στην ίδρυση του σωματείου και εκτοξεύονται απειλές απόλυσης προς όσους εκφράζουν επιθυμία εγγραφής σε αυτό.[…]

Το χειρότερο ήταν ότι στο εργοστάσιο βρίσκονταν και κάποιοι ένοπλοι -«μπράβοι», κατά την εφημερίδα- οι οποίοι πρωταγωνίστησαν σε αιματηρά επεισόδια κατά εργατών.

Ακόμα, κατώτερα στελέχη της εταιρείας κάνουν σωματικές έρευνες σε εργάτες προσπαθώντας να βρουν τεκμήρια συμμετοχής στο Εργατικό Κέντρο! […]

Πραγματικά, την Κυριακή 2 Οκτωβρίου 1916, περίπου 400 εργάτες συγκεντρώθηκαν στο Εργατικό Κέντρο, που στεγαζόταν τότε σε χώρο του Δημοτικού Θεάτρου, και εξέλεξαν την πρώτη διοίκηση του σωματείου.

Παράλληλα, ο Ν. Κανελλόπουλος αναγκάζεται να διαβεβαιώσει εγγράφως ότι «η Εταιρεία δεν εμποδίζει τους εργάτας ν’ ανήκουν εις Σωματεία».

Λίγα χρόνια αργότερα, η εταιρεία εξασφαλίζει φτηνό εργατικό δυναμικό από τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες που συρρέουν στη χώρα.Είναι χαρακτηριστικό ότι περίπου 800 οικογένειες από την Ουκρανία κατοικούν στη Δραπετσώνα και «δουλεύουν στα Λιπάσματα, στο Τσιμεντάδικο και αλλού, με 8-15 δρχ. μεροκάματο, όσα δηλαδή θέλει ο αφέντης για πούρα!» έγραφε, ήδη από τις 24 Απριλίου 1922, ο «Ριζοσπάστης».

Με χαμηλό κόστος η εταιρεία παρουσιάζει άνθηση και γίνεται ακόμα πιο ισχυρή αντλώντας κεφάλαια από το Χρηματιστήριο, όπου διαπραγματεύεται η μετοχή της, αλλά και από τη λειτουργία της ως… παρατράπεζα

.Σε διαφημιστική καταχώριση σε εφημερίδες της εποχής διαβάζουμε ότι η εταιρεία δέχεται προθεσμιακές καταθέσεις σε δραχμές, λίρες, δολάρια ή χρυσό, προσφέροντας επιτόκιο ανάλογα με τη διάρκειά τους.
Μάλιστα, διαφημίζει ότι οι τόκοι απαλλάσσονται από φορολογία.

Το προνόμιο να «δανείζεται» από τον κόσμο και μάλιστα με φοροαπαλλαγή τής δόθηκε το 1926 με νομοθετικό διάταγμα, στη διάρκεια της δικτατορίας Πάγκαλου (ΦΕΚ 80/5-3-1926), με το αιτιολογικό της ενίσχυσης της… γεωργίας.

Η δύναμη των Λιπασμάτων και προσωπικά του Ν. Κανελλόπουλου μεγαλώνει με γεωμετρική πρόοδο.

[…]

Τον Ιούλιο του 1929 οι εργαζόμενοι στα Λιπάσματα χρειάστηκε να κάνουν απεργία για να διεκδικήσουν αυξήσεις και 8ωρη εργασία.
Μόλις κατατέθηκαν τα αιτήματα, η εταιρεία «απάντησε» με 120 απολύσεις.

Πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» (13.7.1929) για τις συνθήκες εργασίας στα ΛιπάσματαΠρωτοσέλιδο ρεπορτάζ στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» (13.7.1929)
για τις συνθήκες εργασίας στα Λιπάσματα
|

 

Η απεργία αρχίζει και τις δύο πρώτες μέρες (10 και 11 Ιουλίου 1929) γίνονται αιματηρά επεισόδια στην είσοδο του εργοστασίου.Από τη μια πλευρά βρίσκονται η ένοπλη «ιδιωτική φρουρά ασφαλείας» (ή «μπράβοι», κατά το λαϊκότερο) και αστυνομικές δυνάμεις και από την άλλη οι εργάτες.
Στα επεισόδια χάνει τη ζωή του ένας εργάτης ονόματι Αγαθαγγέλου (τα ρεπορτάζ αναφέρονται και σε άλλους δύο «εξαφανισθέντες» εργάτες) και τραυματίστηκαν περισσότεροι από 15, από τους οποίους τουλάχιστον τρεις από σφαίρες («Ριζοσπάστης», 11 και 12.7.1929).

Ομως, τα κέρδη της εταιρείας αυξάνονται αλματωδώς και το διάστημα 1932-33 φτάνουν στα 132 εκατομμύρια δραχμές! («Ριζοσπάστης», 21.6.1933).

[…]

Οπως σημειώνουν μελετητές της περιόδου, η ΑΕΕΧΠ Λιπασμάτων του Κανελλόπουλου μαζί με την Πειραϊκή-Πατραϊκή του Κατσάμπα και την ΠΥΡΚΑΛ του Μποδοσάκη Αθανασιάδη αποτελούν κλασικά δείγματα «υπερπροστατευτικής πολιτικής» και «προκλητικά ευνοϊκής αντιμετώπισης».

Ο θάνατος του Κανελλόπουλου (Αύγουστος 1936) και η έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ανακόπτουν την πορεία του εργοστασίου. Όμως, συνεχίζει να λειτουργεί σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής, παρότι προκλήθηκαν μεγάλες ζημιές στη διάρκεια των βομβαρδισμών.

Ενας από τους βομβαρδισμούς βρήκε τους εργαζόμενους στην τραπεζαρία, όπως θυμούνται παλιοί εργάτες, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους πολλοί από αυτούς.

Το 1947 αναλαμβάνει διευθύνων σύμβουλος ο Μποδοσάκης Αθανασιάδης και με βασικό στήριγμα την οικονομική βοήθεια από το Σχέδιο Μάρσαλ υλοποιείται πρόγραμμα ανανέωσης της μονάδας.

Ωστόσο, οι αγώνες των εργαζόμενων συνεχίζονται. Μάλιστα, τον Αύγουστο του 1950 χρειάστηκε να κάνουν 10ήμερη απεργία για να δοθούν αυξήσεις στα μεροκάματά τους («Ελευθερία», 10.8.1950).

Το 1956 η ΑΕΕΧΠ και Λιπασμάτων ίδρυσε την εταιρεία ΛΙΠΤΟΛ (Λιγνίτες Πτολεμαΐδος), με σκοπό την εκμετάλλευση των λιγνιτικών κοιτασμάτων της περιοχής, και τον Απρίλιο του 1962 θεμελιώνεται μονάδα φωσφορικών λιπασμάτων.

Το εργοστάσιο Λιπασμάτων φτάνει να καταλαμβάνει έκταση 250 στρεμμάτων, παράγει 100.000 τόνους λίπασμα, από τους οποίους περίπου οι μισοί πωλούνταν στο εξωτερικό και υπήρξαν διαστήματα που έδινε δουλειά σε περίπου 7.000 εργαζόμενους.Η οικογένεια Αθανασιάδη διατήρησε την εταιρεία μέχρι το 1988, οπότε δολοφονήθηκε από τη «17 Νοέμβρη» ο Αλέξανδρος Αθανασιάδης Μποδοσάκης.

Ήταν η δεκαετία που το εργοστάσιο δέχτηκε πολλές φορές «πυρά» για ρύπανση του περιβάλλοντος μέχρι να ληφθούν τη δεκαετία του 1990 αντιρρυπαντικά μέτρα.
Όμως, πλέον το εργοστάσιο είχε μπει στα χρόνια της παρακμής. Ένα ένα έκλειναν τα διάφορα τμήματα, οι εργαζόμενοι από περίπου 1.200 απέμειναν 400 και από το 1993 πέρασε εξ ολοκλήρου στην «Πρότυπο Κτηματική», θυγατρική της Εθνικής Τράπεζας, μέχρι που έκλεισε.

 

Αθλιες συνθήκες δουλειάς και εκμετάλλευση

Εργαζόμενοι στο Καλλιτεχνικό Εργαστήριο του ΥαλουργείουΕργαζόμενοι στο Καλλιτεχνικό Εργαστήριο του Υαλουργείου
|
Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο της ΕΤΕ

Την περίοδο του Μεσοπολέμου, οι συνθήκες δουλειάς στο εργοστάσιο Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα ήταν εξαιρετικά δύσκολες.Στο εργοστάσιο, εκτός από τους άνδρες και τις γυναίκες, δούλευαν και πολλοί ανήλικοι που έπαιρναν ακόμα μικρότερο μεροκάματο, ενώ οι συνθήκες ήταν ασφυκτικές.

«Στο εργοστάσιο Λιπασμάτων Κανελλοπούλου στον Πειραιά (…) απαγορεύεται το διάβασμα οιασδήποτε εφημερίδας. Για να πιης νερό ή να πας στο αποχωρητήριο πρέπει να κάνεις ορισμένα δευτερόλεπτα», αναφερόταν σε καταγγελία εργάτη, που δημοσιεύτηκε στις 4 Μαΐου 1930 στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης».

Η ίδια εφημερίδα σε ένα αποκαλυπτικό πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ, που είχε δημοσιευτεί στις 13 Ιουλίου 1929, περιέγραφε αναλυτικά τις συνθήκες δουλειάς:

«Η δουλειά μέσα στο εργοστάσιο είναι κάτι περισσότερο από σκυλίσια. Οι εργάτες δουλεύουν 10 ολόκληρες ώρες και παραπάνω πολλές φορές και παίρνουν 25-40 δραχμές (…). Οι γυναίκες και τα ανήλικα αγόρια και κορίτσια παίρνουν 15-25 δρχ. για όλη τη μέρα. Η νυχτερινή δουλειά υπολογίζεται με το ίδιο μεροκάματο και είναι υποχρεωτική για όλους επί ποινή διωξίματος».

Τότε στο εργοστάσιο εργάζονταν περίπου 2.500 εργάτες στους κλάδους: φορτοεκφόρτωση, οξέα, λιπάσματα, υαλουργείο, οικοδομές και πλινθοποιείο.
Τα μέτρα ασφαλείας φαίνεται ότι ήταν ελλιπή έως ανύπαρκτα, με αποτέλεσμα να γίνονται συχνά εργατικά ατυχήματα, ακόμα και θανατηφόρα, ενώ «θέριζαν» ασθένειες όπως η φυματίωση, ιδιαίτερα όσους εργάζονταν στο τμήμα των οξέων.

«Ούτε φόρμες παραχωρούνται σ’ όσους δουλεύουν στα τμήματα αυτά και καίνε από τα δηλητήρια τα ρούχα τους, ούτε μάσκες για να προφυλάγονται από τα δηλητηριασμένα αέρια, που εξατμίζουν όταν τρυπήσουν οι πύργοι των οξέων. Ακόμα και το σχετικό γάλα, που επιβάλλεται να πίνουν οι εργάτες, όταν μπαίνουν ή βγαίνουν από τη δουλειά, ο Κανελλόπουλος δεν το παραχωρεί», έγραφε το ίδιο ρεπορτάζ.

Στο υαλουργείο, που αποτελούσε εξαιρετικά σημαντική δραστηριότητα με μεγάλη παραγωγή, «δουλεύουν πάνω από 150 εργάτες που κυριολεκτικά λιώνουν ζώντας μέσα σε μια αφόρητη ζέστη που υπάρχει παντού. Είναι μια αληθινή κόλαση».

«Η δουλειά που κάνουν τώρα οι γυαλάδες (σ.σ. εργαζόμενοι στο υαλουργείο) είναι απελπιστική. Δουλεύουν μέσα σε αληθινή κόλαση. Τα σπλάχνα τους καίγονται από το φύσημα. Τρεις πέθαναν απ’ αυτή τη δουλειά. Γίνεται δουλειά εντατική για να βγαίνει μεγάλη παραγωγή και να πλουτίζει ο Κανελλόπουλος. Στο τμήμα υδροχλωρικού νιτρικού οξέος οι εργάτες είναι σχεδόν σκελετοί και κίτρινοι», ανέφερε ένας εργάτης σε κείμενό του, που δημοσιεύτηκε στις 21.6.1933 στον «Ριζοσπάστη».

πηγή: *http://www.efsyn.gr/

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ