Πάμε σινεμά; Οι ταινίες της εβδομάδας (05-08-2017)

0

«Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει» («Que Dios nos perdone», Ισπανία, 2016)

Ακολουθώντας με συνέπεια τους ρυθμούς ενός σκοτεινού αστυνομικού buddy movie της εποχής μας τύπου «True detective» και υιοθετώντας ιδέες από άλλα θρίλερ όπως για παράδειγμα το «Seven», το ισπανικό θρίλερ «Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει» («Que Dios nos perdone», Ισπανία, 2016) σε κερδίζει με την ατμόσφαιρα και κυρίως με τους δύο αστυνομικούς ήρωές του, οι οποίοι τελικά δεν έχουν πάνω τους τίποτε το ηρωικό. Αντιθέτως, ο καθένας με τον τρόπο του, είναι άνθρωποι που προκαλούν περισσότερο θλίψη και λιγότερο οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα.
Ο ένας (Αντόνιο ντε λα Τόρε) είναι τραυλός και ορθολογιστής, ένας Δον Κιχώτης που προκαλεί τον χλευασμό των συναδέλφων του παρότι είναι ο πιο σωστός αστυνομικός στις εκτιμήσεις του. Ο άλλος (Ρομπέρτο Αλαμο) είναι θεριό ανήμερο, οριακά επικίνδυνος, ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να ελέγξει τα νεύρα του και παρασύρεται από τις γροθιές του. Παρότι αποφασιστικός, είναι ο φόβος και ο τρόμος των συναδέλφων του.
Το μυαλό και η δύναμη λοιπόν, ένα ντουέτο με συναρπαστική χημεία και είναι αυτή ακριβώς τη χημεία που ο σκηνοθέτης Ροντρίγκο Σορογκογιέν θέλει να αξιοποιήσει στο έπακρον βάζοντάς τους σε μια υπόθεση κατά συρροήν δολοφονιών ηλικιωμένων γυναικών. Ενα μακρύ, καυτό και εξαιρετικά νοσηρό καλοκαίρι στη Μαδρίτη της οικονομικής κρίσης, σε μια ταινία όπου κατά μία έννοια όλοι είναι θύματα, ακόμα και ο δολοφόνος. Βαθμολογία: 3

 «Το Παρίσι μπορεί να περιμένει» («Paris can wait», ΗΠΑ/Γαλλία, 2017) 

Τουριστικός οδηγός για τη Γαλλία, δοσμένος με εξαιρετικά χαριτωμένο τρόπο, σαν να πίνεις ένα δροσερό ποτήρι σαμπάνια, η κομεντί της Ελενορ Κόπολα (κυρίας Φράνσις Κόπολα) «Το Παρίσι μπορεί να περιμένει» («Paris can wait», ΗΠΑ/Γαλλία, 2017) καταγράφει το οδικό ταξίδι μιας όμορφης αμερικανίδας πενηντάρας (Νταϊάν Λέιν), συζύγου κινηματογραφικού παραγωγού (Αλεκ Μπάλντουιν), και ενός πανέξυπνου Γάλλου (Αρνό Βιάρ), ο οποίος έχει αποφασίσει να την εισαγάγει στη γαλλική κουλτούρα. Εκείνη θέλει απλώς να φτάσει στο Παρίσι φωτογραφίζοντας ό,τι της αρέσει. Εκείνος όμως, οδηγώντας μια αντίκα Peugeot, θέλει να την ξεναγήσει στην Προβηγκία και στη Βουργουνδία μυώντας την στον πολιτισμό των φανταστικών εστιατορίων, των μουσείων, των αξιοθεάτων της φύσης και των καλύτερων λιχουδιών τις οποίες ο περισσότερος κόσμος δεν ξέρει ότι μπορεί να βρει κάτω από τη μύτη του. Την αποκαλεί κρεμ μπριλέ σοκολάτας, καπνίζει ασταμάτητα, δεν πτοείται από τίποτε και καταφέρνει να μετατρέψει το θράσος του σε χάρισμα. Ενας κρυφός έρωτας ενδεχομένως να βρίσκεται κρυμμένος πίσω από όλα αυτά, όμως η Ελενορ Κόπολα δεν θέλει να αμαυρώσει με τίποτε το χυδαίο την ιστορία της και τα καταφέρνει θαυμάσια ανοίγοντάς μας στο τέλος την όρεξη. Βαθμολογία: 2 1/2

 

«Επιστροφή στο Μοντόκ» («Return to Montauk», ΗΠΑ/Γερμανία, 2017).

Στη γλώσσα των ιθαγενών της Αμερικής «Μοντόκ» (Montauk) σημαίνει «Το τέλος της Γης», όρος που λειτουργεί και συμβολικά στην τελευταία, ιδιαίτερα ευαίσθητη ταινία του γερμανού σκηνοθέτη Φόλκερ Σλέντορφ, «Επιστροφή στο Μοντόκ» («Return to Montauk», ΗΠΑ/Γερμανία, 2017). Γιατί Μοντόκ είναι επίσης η παραθαλάσσια περιοχή στο Λονγκ Αϊλαντ, εκεί όπου η ιστορία κορυφώνεται· σε ένα σημείο που όντως θυμίζει τέλος της Γης. Εκεί όπου ένας συγγραφέας, ο Μαχ Ζορν (Στέλαν Σκάρσγκαρντ), συναντά ξανά, για ένα γουικέντ, τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, τη νεότερή του Ρεμπέκα (Νίνα Χος), μια μεγαλοδικηγόρο. Δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια έχουν περάσει από την τελευταία συνάντησή τους…
Η ταινία είναι μοιρασμένη ανάμεσα στην κοσμοπολίτικη Νέα Υόρκη όπου ο παντρεμένος συγγραφέας βρίσκεται για λόγους επαγγελματικούς και στο ερημικό Μοντόκ όπου μαζί με τη Ρεμπέκα αντιμετωπίζει το παρόν και το παρελθόν του. Αποσπασμένοι από καθετί. Απέραντος ουρανός, απέραντη θάλασσα και άμμος. Τίποτε άλλο. Εχουν αλλάξει; Και πόσο; Μπορούν να αναπληρώσουν τα χρόνια που δεν ήταν μαζί; Ολα αυτά τα «ερωτήματα ζωής» που μας αφορούν ανεξαρτήτως ηλικίας, σε αυτή την ίσως όχι σπουδαία αλλά έντιμη ταινία του έμπειρου δημιουργού, ο οποίος συγχρόνως επιστρέφει επίσης στη λογοτεχνία του ελβετού συγγραφέα Μαξ Φρις (1911-1991) που μαζί με τον Φρίντριχ Ντίρενματ ανήκει στους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελβετικής λογοτεχνίας στη μεταπολεμική εποχή (πριν από 26 χρόνια ο Σλέντορφ είχε σκηνοθετήσει τον «Ταξιδιώτη», το σενάριο της οποίας στηρίζεται σε ένα από τα πιο γνωστά μυθιστορήματα του Φρις, το «Homo Faber»).  Βαθμολογία: 2 1/2
«Ο Σύμβουλος» («The family man», ΗΠΑ, 2017)

Ο Τζέραρντ Μπάτλερ που πρωταγωνιστεί στον «Σύμβουλο» («A family man», ΗΠΑ, 2017) του Μαρκ Γουίλιαμς θα ανακαλύψει ότι «η ζωή είναι αλλού» όταν βλέπει ότι ο πρωτότοκος γιος του αντιμετωπίζει μια σοβαρότατη και σπανιότατη μορφή καρκίνου την ώρα που εκείνος έχει το μυαλό του αποκλειστικά στη δουλειά, στην οποία είναι αφοσιωμένος τυφλά. Σύμβουλος σε εταιρεία που λειτουργεί ως διαμεσολαβητής προσλήψεων με μεγάλα ποσοστά, ο ήρωας του Μπάτλερ θα πληρώσει με το χειρότερο νόμισμα τα κτυπήματα κάτω από τη ζώνη στα οποία ενίοτε προσφεύγει για να κερδίσει. Ωστόσο, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της συγκινητικής μεν αλλά και μάλλον προβλέψιμης αυτής ταινίας βρίσκεται τελικά στον περιβάλλοντα χώρο εργασίας του Μπάτλερ (με ένα αφεντικό σκέτη οχιά χάρη στον πάντα καλό Γουίλεμ Νταφόε) και λιγότερο στις κλινικές και στις μεθόδους θεραπείας, πράγματα που σε γενικές γραμμές έχουμε ξαναδεί. Στο πλευρό του ιρλανδού ηθοποιού η Γκρέτσεν Μολ παίζει τη γυναίκα του χωρίς ουσιαστικό ρόλο και ο Αλφρεντ Μολίνα, ο πιστός πελάτης του
που θα τον βοηθήσει, τελικά, να δει τα πράγματα όπως πρέπει. Βαθμολογία: 2

ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

«Και ο Θεός να βάλει στο χέρι του» («Sole a catinelle», Ιταλία, 2013). Ακόμα μια παλιά ιταλική κωμωδία από το ντουέτο του «Πού πάω, Θεέ μου;» Τζέναρο Νουνζιάντε (σκηνοθεσία) – Κέκο Τζαλόνε (πρωταγωνιστής). Εδώ ο Τζαλόνε παίζει έναν απολυμένο που τον διώχνει η γυναίκα του από το σπίτι. Βαθμολογία: _
 

«Επίλεκτος πράκτορας Stratton» («Stratton», Αγγλία, 2017) του Σάιμον Γουέστ. Περιπετειούλα της σειράς με άχαρο πρωταγωνιστή (Ντόμινικ Κούπερ) στον ρόλο του τίτλου, σούπερ πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών σε αναζήτηση προδότη εντός της υπηρεσίας του. Εξαιρετικά αφελές στη δομή του, αδιανόητα υπερβολικό στις σκηνές δράσης, εν τέλει μια κακή κόπια Τζέιμς Μποντ – Επικίνδυνων Αποστολών με γαρνιτούρα ιδέες από Τζον Λε Καρέ. Βράσε ρύζι με άλλα λόγια. Βαθμολογία: 1 

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ

«Το δέντρο που πληγώναμε» (1986). Η δημοφιλέστερη ταινία του Δήμου Αβδελιώδη που τον ανέδειξε σε πολλά υποσχόμενη δύναμη του ελληνικού κινηματογράφου. Μια γαργαλιστική, ημιαυτοβιογραφική ματιά στην πολυαγαπημένη Χίο του (ο χώρος των περισσότερων ταινιών του), με φόντο τη δεκαετία του 1960 και πυρήνα τη σχέση δύο αγοριών που περνούν παρέα τις θερινές διακοπές τους. Παραμένει η ομορφότερη, η πιο γήινη, αλλά συγχρόνως και η πιο φαντασιακή ταινία του σκηνοθέτη που σε κάνει να νιώθεις ότι βλέπεις ένα όνειρο που εκτυλίσσεται πάνω στη γη. Βαθμολογία: 3 1/2
«Μίμης ο σιδεράς» («Mimì metallurgico ferito nell’onore», Ιταλία, 1972). Η υστερία των ταινιών της Λίνα Βερτμίλερ ποτέ δεν βρέθηκε στις προτεραιότητές μου και παρά το πιασάρικο θέμα του, ο «Μίμης ο σιδεράς», που αναφέρεται στις τραγελαφικές περιπέτειες ενός εργάτη του ιταλικού Νότου, αναποφάσιστου ανάμεσα στην παράδοση και στην πρόοδο, είναι αποκορύφωση αυτής της υστερίας. Συμπρωταγωνιστούν οι Τζαν Κάρλο Τζανίνι και Μαριάντζελα Μελάτο, αγαπημένο ντουέτο ερμηνευτών της σκηνοθέτριας, της οποίας οι ταινίες δεν μοιάζουν να αντέχουν στον χρόνο. Βαθμολογία: 2

 

Βαθμολογία
5: εξαιρετική, 4: πολύ καλή, 3: καλή, 2: ενδιαφέρουσα, 1: μέτρια, 0: απαράδεκτη
*Ο Γιάννης Ζουμπουλάκης είναι κριτικός κινηματογράφου
στην εφημερίδα το ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ