Πάμε σινεμά; Οι ταινίες της εβδομάδας (16-09-2017)

0

Δύο ενδιαφέροντα ντεμπούτα σκηνοθετών από σήμερα αλλά και μία ταινία «βετεράνου», του Στίβεν Φρίαρς, με την εξαιρετική Τζούντι Ντεντς ως βασίλισσα Βικτόρια

(«Pikadero», Ισπανία, 2015)

Το «Πικαδέρο» («Pikadero», Ισπανία, 2015) είναι το δυναμικό ντεμπούτο στη μεγάλου μήκους παραγωγή του νεαρού ισπανού σκηνοθέτη Μπεν Σαρόκ, ο οποίος καταφέρνει να αφηγηθεί με πολύ ιδιαίτερο τρόπο ένα μάλλον κοινότοπο θέμα: δύο νέοι άνθρωποι (Χοζέμπα Ουσαμπιάγα και Μπάρμπαρα Γκοενάγα) στην Ισπανία των ημερών μας, την Ισπανία της οικονομικής κρίσης, της μοναξιάς και της μελαγχολίας, προσπαθούν να βγάλουν άκρη για το τι θα κάνουν στη ζωή τους.
Η κοπέλα έχει φιλοδοξίες, ο νέος όχι και τόσες. Χαίρεται όταν στη δουλειά του (κατασκευαστής εργαλείων) κερδίζει μια προαγωγή. Οι σκηνές στο σπίτι του είναι και αυτές ιδιαίτερες μέσα στην απλότητά τους. «Μη λείψεις ποτέ από τη δουλειά σου» του λέει ο πατέρας. «Αν δεν με απέλυσαν είναι επειδή δεν έλειψα ποτέ». Ολα αυτά μπορεί να ακούγονται κάπως στενάχωρα, όμως το αποτέλεσμα είναι μια πανέμορφη κολεξιόν εικόνων που σε κάνουν να χαμογελάσεις από την εξυπνάδα τους μα και τις ευφάνταστες αναφορές τους σε κινηματογραφιστές καταξιωμένους (Ακι Καουρισμάκι, Τζιμ Τζάρμους κ.ά.) ή στους πίνακες του Εντουαρντ Χόπερ.
Βλέπουμε, για παράδειγμα, τους δύο νέους να κάθονται και να συζητούν πάνω σε ένα παγκάκι σε σταθμό τρένου. Η κάμερα τους παρακολουθεί με μια χαλαρότητα που σκλαβώνει. Κουβέντες για μετανάστευση στη Γερμανία. Κουβέντες για εικαστικούς και σκηνοθέτες. Ανθρωποι χαμηλών τόνων σε μια ταινία χαμηλών τόνων, που ενδιαφέρεται για τα βλέμματα τα οποία λένε πολύ περισσότερα από ό,τι τα στόματα.  Βαθμολογία: 3
«Ιστορία του Hedi» (Τυνησία / Γαλλία / Βέλγιο, 2016),
Θα χρειαστεί να περάσει αρκετός χρόνος μέχρι τη στιγμή που -επιτέλους! – ο νεαρός Τυνήσιος Χέντι (Μαζίντ Μαστούρα), κεντρικός ήρωας στην «Ιστορία του Hedi» (Τυνησία / Γαλλία / Βέλγιο, 2016), θα ξεσπάσει απαιτώντας να τον αφήσουν να ζήσει τη ζωή του όπως εκείνος θέλει. Ο θεατής το περιμένει χάρη στην  ατμόσφαιρα που ο σκηνοθέτης Μοχάμεντ Μπεν Ατια χτίζει μέχρι τη στιγμή του ξεσπάσματος, η οποία κλιμακώνεται με ισορροπία και υπομονή.
Ο Χέντι είναι μια ενδιαφέρουσα, αν και όχι ασυνήθιστη περίπτωση ανθρώπου. Στα 25 του καταπιέζεται από τους δικούς του που θέλουν να του φορτώσουν έναν γάμο που ο ίδιος δεν θέλει. Κάνει μια δουλειά (πωλητής) που δεν τον ενδιαφέρει, νιώθει αμήχανος ακόμη και δίπλα στους φίλους του. Μόνη ανάσα του η ζωγραφική, αλλά και το πρόσωπο μιας χορεύτριας για τουρίστες που γνώρισε τυχαία.
Μια αγχώδης ζωή, βυθισμένη μέσα στο ανικανοποίητο και στη διαρκή εκκρεμότητα, με το όραμά του κάπου αλλού, κάπου μακριά από εδώ, μια μακρινή σκιά στο μυαλό του κεντρικού ήρωα ο οποίος σκιαγραφείται με συνέπεια από τον Μπεν Ατια σε αυτό το ευπρόσωπο κινηματογραφικό ντεμπούτο του στη μεγάλου μήκους παραγωγή.Βαθμολογία: 2 ½
«Ενα κάποιο τέλος» («Sense of an ending», Αγγλία, 2017)
 
Μεταφορά στον κινηματογράφο του μυθιστορήματος του Τζούλιαν Μπαρνς (εκδόσεις Μεταίχμιο), η ταινία «Ενα κάποιο τέλος» («Sense of an ending», Αγγλία, 2017) είναι η ιστορία ενός μονότονου ανθρώπου (Τζιμ Μπρόντμπεντ), πωλητή σπάνιων φωτογραφικών μηχανών στο Λονδίνο, που όλα δείχνουν ότι κάποτε έχασε τη μεγάλη ευκαιρία για να δώσει στη ζωή του μια κάποια σπίθα. Ενας έρωτας από το μακρινό παρελθόν επανέρχεται μέσω ενός γράμματος, πρόσωπα εμφανίζονται στη μνήμη μέσω φλας μπακ και ο ινδός σκηνοθέτης Ατες Μπάτρα (που είχε γυρίσει την εξαίρετη ταινία «The lunchbox») αποπειράται σκαλίσματα ψυχής, που όμως δεν φαίνεται να καταλήγουν κάπου. Η πλοκή δείχνει αρκετά μπερδεμένη στην κινηματογραφική οθόνη απ’ ό,τι ενδεχομένως είναι στο χαρτί (ο Μπαρνς είναι δεξιοτέχνης στον χειρισμό των ανθρωπίνων σχέσεων) ενώ όσο απελπιστικά μονότονος είναι ο κεντρικός ήρωας, που δεν λέει ποτέ ψέματα, που προσπαθεί να είναι καλός με όλους μα δεν τα καταφέρνει πάντα, άλλο τόσο μονότονη και εδώ που τα λέμε βαρετή είναι και η εξέλιξη της ιστορίας του, παρότι το συμπληρωματικό καστ έχει ενδιαφέρον (Σαρλότ Ράμπλινγκ, Μάθιου Γκουντ, Εμιλι Μόρτιμερ).Βαθμολογία: 2
«Γυάλινο κάστρο» («The glass castle», ΗΠΑ, 2017)
Με το «Γυάλινο κάστρο» («The glass castle», ΗΠΑ, 2017) ο νεαρός σκηνοθέτης Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον αφηγείται την ιστορία μιας πολύ εκκεντρικής οικογένειας εστιάζοντας στη σχέση του πατέρα (Γούντι Χάρελσον) με το ένα από τα τέσσερα παιδιά του (Μπρι Λάρσον σε μεγάλη ηλικία, Ελα Αντερσον, Τσάντλερ Χεντ σε μικρότερες). Το παρόν είναι το 1989, όταν η κόρη, επιτυχημένη δημοσιογράφος που πρόκειται να παντρευτεί έναν χαρακτηριστικό γιάπη της εποχής (Μαξ Γκρίνφιλντ), συναντά τυχαία τους γονείς της στους δρόμους της Νέας Υόρκης όπου ζουν σαν κλοσάρ (μητέρα η Ναόμι Γουότς-μέρος του ντεκόρ). Τι ακριβώς έχει συμβεί και έχουν βρεθεί σε αυτή την κατάσταση;
Η ταινία μεταφέρεται στο παρελθόν και χτίζει τη σχέση της κόρης με τον πατέρα, έναν μποέμ, αυτοκαταστροφικό τύπο, με ριζοσπαστικές απόψεις, ισχυρή γνώμη και εθισμό στο αλκοόλ, ο οποίος όμως έχει επιλέξει να ζήσει τη ζωή του στο περιθώριο παρασύροντας μαζί του γυναίκα και παιδιά.
Στην Αμερική της δεκαετίας του 1960 και του 1970 αυτό ίσως να μην ήταν και τόσο ανέφικτο – εξάλλου η αίσθηση της περιπέτειας στις εθνικές οδούς και στην ύπαιθρο είναι γοητευτική για όλους. Οταν όμως τα χρόνια περνούν και οι συνθήκες διαφοροποιούνται, τότε στην επιφάνεια βγαίνουν τα πραγματικά προβλήματα που θέλουν μια πραγματική αντιμετώπιση.
Αρκετά στενάχωρη ταινία, αλλά ειλικρινής σε αυτό που θέλει να πει, μια αντιπαραβολή της αναζήτησης της ουτοπίας και του ρεαλισμού που σε προσγειώνει απότομα στην πραγματικότητα και όπου το πρώτο είναι καταδικασμένο να ηττηθεί από το δεύτερο. Αν και δεν είναι κάτι που βλέπουμε για πρώτη φορά στο σινεμά – θυμίζω το περσινό «Captain Fantastic» με τον Βίγκο Μόρτενσεν σε έναν αντίστοιχο ρόλο, ή παλιότερα το «Little miss Sunshine», ή ακόμη και την «Ακτή του κουνουπιού» – δεν σε προσβάλλει και φαίνεται ότι έχει πραγματικά κάτι επί της ουσίας να πει. Ενας μαγνητικός Γούντι Χάρελσον ίσως διεκδικήσει το Οσκαρ α’ ρόλου. Βαθμολογία: 3
 «Βικτόρια και Αμπντούλ»
Το να μιλήσει κάποιος για μία ακόμη θαυμάσια ερμηνεία της Τζούντι Ντεντς σε ένα ιστορικό δράμα, πόσω μάλλον σκηνοθετημένο από τον Στίβεν Φρίαρς, ακούγεται κάπως κοινότοπο. Αρκούμαστε λοιπόν στο να πούμε ότι η 83χρονη βρετανίδα ηθοποιός δεν αποκλείεται να κερδίσει μία ακόμη υποψηφιότητα για Οσκαρ για το «Βικτόρια και Αμπντούλ».
Βλέποντάς την ως βασίλισσα Βικτόρια της Αγγλίας έχεις την αίσθηση ότι η Ντεντς ήταν γεννημένη για τον ρόλο αυτής της ιδιότροπης, ξεροκέφαλης, ενίοτε κακότροπης αλλά κατά βάθος ευαίσθητης, καλοπροαίρετης και δίκαιης γυναίκας που στο πρόσωπο ενός όμορφου Ινδού, του Αμπντούλ Καρίμ (Αλί Φαζάλ), που θα μπορούσε να είναι κάλλιστα εγγονός της, ανακάλυψε αξίες πολύ μακρινές από τη βρετανική υποκρισία που την περιστοίχιζε σε όλη της τη ζωή.
Ο Αμπντούλ, γραφιάς των φυλακών στην πόλη του, την Αγκρα στην Ινδία, καλείται να παραδώσει ένα νόμισμα στη βασίλισσα –  κυρίως λόγω του ιδανικού… ύψους του. Η διαταγή είναι ρητή, μην κοιτάξεις ποτέ στα μάτια τη βασίλισσα. Εκείνος όμως το κάνει, και αυτό που προκύπτει είναι μια πολύ παράξενη σχέση, ενίοτε  λανθάνουσα ερωτική, ενίοτε με πολιτικό υπόβαθρο. Το βέβαιο είναι ότι τους παρασύρει και τους δύο σε ένα πολύ παράξενο και πρωτόγνωρο «ταξίδι», που μπορεί να γίνει άκρως ψυχαγωγικό, διανθισμένο καθώς είναι με μπόλικο βρετανικό χιούμορ και καλούς ηθοποιούς σε β’ ρόλους (Τιμ Πίγκοτ Σμιθ, Εντι Ιζαρντ, Σάιμον Κάλοου, Μάικλ Γκαμπόν). Βαθμολογία: 3

ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

«Anabelle: Creation» του Ντέιβιντ Σάντμπεργκ. Κατά πάσα πιθανότητα οι φίλοι της κινηματογραφικής δαιμονολογίας θα εκστασιαστούν από αυτή την «επιστροφή» στον μύθο της «Anabelle» (2014), της vintage κούκλας με τις τρομακτικές ιδιότητες που πάντοτε καταλήγουν σε λουτρά αίματος με εκκωφαντική, κακή μουσική (για να τρομάξουμε περισσότερο). Οι υπόλοιποι ας κάτσουν καλύτερα στα αβγά τους, μην πάθουν και τίποτε κατά τη διάρκεια της προβολής. Βαθμολογία: 1
Επαναπροβάλλεται η κλασική ταινία του ιταλικού κινηματογράφου «Ο ωραίος Αντόνιο» («Bell’ Antonio», Ιταλία, 1960) σε σκηνοθεσία Μάουρο Μπολονίνι με τους Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Κλαούντια Καρντινάλε. Βαθμολογία: 4 ½
 
Βαθμολογία
5: εξαιρετική, 4: πολύ καλή, 3: καλή, 2: ενδιαφέρουσα, 1: μέτρια, 0: απαράδεκτη
*Ο Γιάννης Ζουμπουλάκης είναι κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα το ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 

Leave A Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.