«Αθήνα και πάλι Αθήνα»…Για όσους νοσταλγούν καντάδες και αρχοντορεμπέτικα

0

Γεννήθηκε στην Κυδαθηναίων και ζει στου Μακρυγιάννη. Αθηναίος βέρος – «τέσσερις πέντε γενιές Πλακιώτης» μάς λέει με φόρτιση. Σπάνιο είδος σε μια πόλη μετοίκων.

της Μάγδας Κλαυδιανού

Δηλώνει ερασιτέχνης, με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Ο λόγος για τον Δημήτρη Αβαδέλο, κιθαρωδό –«μόνο για το κέφι το δικό μου και της παρέας, ποτέ επαγγελματικά»– ο οποίος είχε την ιδέα για τη δημιουργία μιας μουσικοθεατρικής παράστασης «α λα παλαιά», με επιθεωρησιακά στοιχεία, πολύ τραγούδι και αμέριστη νοσταλγία.

Με τραγούδια που διατρέχουν το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα (από καντάδες μέχρι αρχοντορεμπέτικα), τραγούδια που γράφτηκαν στην ελληνική Μπελ Επόκ, στον Μεσοπόλεμο, μέσα στη λαίλαπα της Κατοχής και αργότερα στη γεμάτη προσδοκίες μεταπολεμική περίοδο.

Με χαρακτήρες στα σκετς γνώριμους από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο (ελαφρώς επικαιροποιημένους – επιθεώρησις γαρ), καθημερινούς και οικείους, που διηγούνται τις μικρές ιστορίες τους με μια δόση χιούμορ, έστω και πικρού ενίοτε.

Τις σκέψεις του αυτές ο κ. Αβαδέλος τις μοιράστηκε με τον γνωστό σκηνοθέτη και θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Βασιλειάδη («Συγγνώμη μαμά», «Εμένα φοβάμαι», «Με αγάπη… Μάγια Μελάγια» κ.ά.), ο οποίος έγραψε τα κείμενα και ανέλαβε τη σκηνοθετική επιμέλεια της παράστασης.

Τα θέματα, συνήθη: έρωτας, νταλκάς, φτώχεια, ξενιτιά, πονηριά, περηφάνια, ελπίδα για ανάταση…



Το βασικό στοιχείο της παράστασης είναι ότι δεν τραγουδούν μόνο επαγγελματίες τραγουδιστές· έτσι, το αποτέλεσμα ξεχειλίζει από εκφραστικότητα και συναισθήματα και δεν είναι απλώς μια τέλεια εκτέλεση και μελωδία: η Θεοδώρα Σιάρκου, γνωστή από τη μακρά πορεία της στο θεατρικό σανίδι και τα τηλεοπτικά πλατό, που φέτος συγκλονίζει καταθέτοντας με γενναιοδωρία την ψυχή της στη σκηνή του θεάτρου «Αλκμήνη», στο έργο του Μ. Αδαμίδη «Μετά την Βάρκιζα» σε σκηνοθεσία Κων. Κωνσταντόπουλου· η Αθηνά Δόμβρου, με την αισθαντική φωνή της, σμιλεμένη από μεγάλη εμπειρία σε θεατρικές και μουσικές σκηνές και με συνεργασίες που μετρούν ονόματα όπως Ζυλ Ντασσέν, Στ. Ξαρχάκος, Κ. Φέρρης, Φρ. Τζεφιρέλι κ.ά.· ο Γιώργος Καμπανέλλης, γνωστός τραγουδιστής-ηθοποιός, με τον αέρα της θεατρικής κληρονομιάς του και με το δικό του ταλέντο και την επικοινωνιακή ικανότητα, και ο Γιάννης Γούτης, γνωστός από την τηλεόραση και το θέατρο, συμπράττουν για να πάρει «σάρκα και οστά» η παράσταση.

Η ακορντεονίστα Μερόπη Βλαχογιάννη, με άξια «θητεία» δίπλα σε ξεχωριστούς εκπροσώπους της έντεχνης μουσικής, ο κιθαρίστας Λουκάς Κωνσταντινίδης, καθηγητής στο Εθνικό Ωδείο, και ο πιανίστας Νίκος Πλάτανος, συνθέτης και μουσικός με σπουδές Σύνθεσης Μουσικής Κινηματογράφου στη Γαλλία [πρόσφατα μάλιστα τον απολαύσαμε στο Μέγαρο Μουσικής, στην έναρξη του 30ού Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, να παίζει ζωντανά στο πιάνο δική του μουσική κατά την προβολή του βωβού αριστουργήματος του D. F. Griffith «Μισαλλοδοξία» (του 1916)], φιλοτεχνούν τη μουσική τοιχογραφία της παράστασης και δίνουν τον τόνο.

Και το μπουζούκιΜήπως λείπει από την κομπανία; «Το μπουζούκι είναι όργανο περιωπής, στυλοβάτης της λαϊκής μουσικής, αλλά πώς ν’ ακούσεις “Το γελεκάκι που φορείς” και τον “Μπαρμπα-Γιάννη τον Κανατά” με μπουζούκιΔεν επιτρέπεται. Γέμισε η Πλάκα –και όλος ο κόσμος δηλαδή– από ισοπεδωμένα τραγούδια. Και τα παλιά και τα καινούργια τα παίζουν με τον ίδιο τρόπο. Είναι κρίμα. Και οι διασκευές των παλιών κομματιών που ακούμε τώρα παντού έχουν ένα καλό κι ένα κακό: γίνονται μεν πιο εύπεπτα και τα μαθαίνουν οι νέοι άνθρωποι, αλλά με λάθος τρόπο», μας λέει ο Δ. Αβαδέλος.

Στην ερώτηση «Γιατί αυτά τα τραγούδια, τα πλακιώτικα, τα κανταδόρικα, τα τόσο παλιά, και όχι κάποια άλλα πιο πολύ του συρμού;» η απάντηση είναι«Τώρα είναι σαν να με ρωτάς γιατί η θάλασσα έχει νερό. Τα άκουγα όλη μέρα μες στο σπίτι μου, είναι βιωματικά· ο πατέρας μου κι ο θείος μου ήταν μεγάλοι κιθαρίστες, κανταδόροι, και έπαιζαν παλιά στη χορωδία στην Πλάκα. Αυτή η παράσταση είναι για μένα ένα σιωπηρό, ένα βουβό μνημόσυνο σε αυτούς τους δύο –που φυσικά δεν θα είναι πια βουβό, αν το γράψεις– και ταυτόχρονα φόρος τιμής στη συνοικία μου, την Πλάκα».

Ξέρει πως «τέτοια τραγούδια πληγώνονται σ’ αυτή την άξενη πόλη, χρόνια τώρα, γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μάθει ν’ ακούν μονότονο στίχο και μουσική», όπως μας λέει, όμως, την ίδια στιγμή, οι μελωδίες αυτές είναι για τον ίδιο «μια μορφή αντίστασης αλλά και καταφύγιο, παρηγοριά ανακατεμένη με νοσταλγία, όλα μαζί σε ένα».

Και συμπληρώνει: «Γι’ αυτό και η παράστασή μας φιλοξενείται στον “Μαγεμένο Αυλό”, ιστορικό στέκι του Μάνου Χατζιδάκι, που ανήκει στον επίσης Πλακιώτη Δημήτρη Θεοφίλου, τον παιδικό μου φίλο, που αγκάλιασε και υποστηρίζει αυτή την ιδέα».

Ποιος ξέρει; Μπορεί αυτά τα τραγούδια να είναι πετραδάκια για να μη χάσουμε τον δρόμο που οδηγεί πίσω σε μια εποχή, όπου προφανώς και δεν ήταν καλύτερα όλα τα πράγματα, ήταν όμως σε πιο ανθρώπινα μέτρα…

πηγή: www,efsyn.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ