Πάμε σινεμά; Οι ταινίες της εβδομάδας 16-12-2017)

0




Ενα ακόμα επεισόδιο του «Πολέμου των Αστρων» δεν αλλάζει τη ζωή μας, όμως μια ουγγρική ταινίαόπως η «Ψυχή και το σώμα» είναι ο λόγος για τον οποίο αγαπάμε το σινεμά

 «Star Wars: Οι τελευταίοι Τζεντάι» («Star Wars: The Last Jedi», ΗΠΑ, 2017),

Μια ταινία όπως το «Star Wars: Οι τελευταίοι Τζεντάι» («Star Wars: The Last Jedi», ΗΠΑ, 2017), η τελευταία της γνωστής κινηματογραφικής σειράς – σιδηροδρόμου «Πόλεμος των Αστρων», είναι βεβαίως υπεράνω κριτικής. Είναι επίσης μια ταινία που απευθύνεται σε συγκεκριμένο κοινό, τους φανατικούς θαυμαστές και ακολούθους του μύθου, ο οποίος άρχισε το 1977 και τώρα κλείνει 40 χρόνια κινηματογραφικής διαδρομής. Αυτοί οι θαυμαστές μπορούν σίγουρα να μπουν πολύ καλύτερα από μένα στις fanzin λεπτομέρειες, που προσωπικά με αφήνουν πλήρως αδιάφορο, όπως και όλους σαν εμένα.
Εγώ ανήκω στους άλλους, στους μη Star Wars fans, τους οποίους μπορώ να διαβεβαιώσω για το εξής: πέρα από το ότι δεν πρόκειται να καταλάβουν τίποτε (είτε έχουν δει τις προηγούμενες ταινίες είτε όχι), θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα κομπογιαννίτικο θέαμα, με μονότονες, χιλιοειπωμένες με τον ίδιο τρόπο γαλαξιακές μονομαχίες, με ανόητες αστροκαταστροφές και αφόρητες κοινοτοπίες, όπως οι φωτοσπαθομαχίες που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά από το 1977 μέχρι σήμερα. Οι ιδέες έχουν στερέψει, το φαγητό έχει μπαγιατέψει και το γεγονός ότι η υποτιθέμενη «ανανέωση» οφείλεται στην επαναφορά παλιών ηρώων της σειράς, με γερασμένους τους ηθοποιούς που τους είχαν υποδυθεί, την Κάρι Φίσερ (που πέθανε πέρυσι) ή τον Μαρκ Χάμιλ, σίγουρα δεν βοηθά καθόλου την κατάσταση.
Είναι προφανές ότι ο μύθος Star Wars έχει προ καιρού τελειώσει, ότι το πάθος έχει εξαντληθεί. Eίναι επίσης προφανές ότι η πρώτη ταινία, του 1977, που γύρισε ο ίδιος ο αυτοκράτορας Τζορτζ Λούκας παραμένει η πιο πρωτοποριακή. Σίγουρα είναι η πιο ψυχαγωγική. Εδώ και χρόνια το μόνο κίνητρο για αυτές τις συνέχειες του «Πολέμου των Αστρων» είναι εμπορικό, δεν υπάρχει ούτε ένα δευτερόλεπτο πραγματικής δημιουργίας, ούτε ένα εμπνευσμένο πλάνο. Εκτός αν μπορούμε να θεωρήσουμε εμπνευσμένη τη μοβ κόμμωση της Λόρα Ντερν ή το γεγονός ότι ο Μπενίσιο ντελ Τόρο υποδύεται έναν μισθοφόρο του Διαστήματος, μια πιο κυνική εκδοχή του Χαν Σόλο (Χάρισον Φορντ). Σκηνοθετεί ο Ριάν Τζόνσον. Βαθμολογία: ½
 





«Η ψυχή και το σώμα» («On body and soul», 2017) 

Η ουγγρική ταινία «Η ψυχή και το σώμα» («On body and soul», 2017) της Ιλντιγκο Ενιέντι είναι ένα έκτακτο δείγμα γνήσιας καλλιτεχνικής ευαισθησίας αλλά και κινηματογραφικής ευγένειας. Είναι μια ταινία εύθραυστη σαν πέταλο αποξηραμένου τριαντάφυλλου, ρευστή σαν νερό, έχει ένα υπόγειο, όχι ακριβώς σκοτεινό αλλά σίγουρα ανορθόδοξο χιούμορ, μα και μια μόνιμη μελαγχολία που ποτέ δεν υποκύπτει στο μελό. Με άλλα λόγια είναι μια ταινία – πραγματική έκπληξη.
Με αφορμή μια ιδέα που, ενώ μοιάζει τραβηγμένη, ταυτοχρόνως καταφέρνει να γίνει απολύτως πιστευτή, η σκηνοθέτρια και σεναριογράφος Ενιέντι μιλά για το μυστήριο, τη δύναμη και τη σημασία των ονείρων, αλλά και για το πώς χάρη στα όνειρα δύο φαινομενικά αντίθετοι άνθρωποι, που κάπως φαίνεται ότι ελκύει ο ένας τον άλλο, μπορούν να βρουν και να δουν την αλήθεια μέσα τους. Τι μπορεί αλήθεια να συμβεί αν ένας πολύ έξυπνος, σχετικά προχωρημένης ηλικίας και όχι αρτιμελής άντρας (Γκέζα Μπορτσάνι) και μια μονίμως αγέλαστη, με τρομερή μνήμη και ερμητικά κλεισμένη μέσα στον εαυτό της γυναίκα (Aλεξάντρα Μπορμπέλι), αντιληφθούν ότι βλέπουν το ίδιο ακριβώς όνειρο.
Η ταύτιση των ονείρων φέρνει τα δύο πρόσωπα για πρώτη φορά πραγματικά κοντά. Η κοπέλα σαν να ξεφεύγει κάπως από τη δειλία της (μέχρι και κινητό αγοράζει), ο άντρας δείχνει πιο σίγουρος για τον εαυτό του και η Ετιέγκο ντύνει ευφάνταστα τη διαδρομή τους, κατορθώνοντας να δημιουργήσει ακόμα και σασπένς. Διόλου τυχαία, η σκηνοθέτρια τοποθετεί την ιστορία σε ένα σφαγείο υπερπολυτελείας, στο οποίο το ζευγάρι εργάζεται σε επιστημονικές θέσεις (εκείνος είναι οικονομικός διευθυντής και εκείνη επιθεωρήτρια ποιότητας).
Ο επαγγελματικός χώρος στον οποίο κινούνται τις περισσότερες ώρες της ζωής τους μυρίζει θάνατο, την ώρα που τα όνειρά τους λάμπουν από ζωή. Βεβαίως, τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει ριζικά από τη μια στιγμή στην άλλη και η πορεία δεν θα γίνει χωρίς αναταράξεις. Κάπου όμως νιώθεις ότι όλη αυτή η ιστορία θα κλείσει με χαμόγελο και αισθάνεσαι καλά με την ιδέα.Βαθμολογία: 3 ½
 





«Πολυξένη – Μια ιστορία από την Πόλη» -Ελλάδα, 2017  (Φωτογραφία επάνω)

Μόνη. Καταπιεσμένη, ταλαιπωρημένη, αδικημένη, χωρίς ρίζες, εξαπατημένη. Αλλά και πεισματάρα, αγωνίστρια, μια – με τον τρόπο της – επαναστάτρια που αρνείται να χαμηλώσει το κεφάλι απέναντι σε ένα ανδροκρατούμενο «κατεστημένο» που επιμένει σε ανούσιες παραδόσεις, ανίκανο να κοιτάξει λίγο πιο μπροστά, να αγκαλιάσει την απλή χαρά της ζωής – το μόνο που η γυναίκα αυτή επιθυμεί.
Αυτή είναι πάνω – κάτω η «Πολυξένη», η κεντρική ηρωίδα της τελευταίας σκηνοθετικής δουλειάς της Δώρας Μασκλαβάνου «Πολυξένη – Μια ιστορία από την Πόλη» (Ελλάδα, 2017). Φέρει το πρόσωπο της Κάτιας Γκουλιώνη, η ιστορία της είναι εμπνευσμένη από αληθινό γεγονός και μέσω της ταινίας παρουσιάζεται ως μια μάρτυρας σε μια όχι και τόσο μακρινή εποχή, όπου οι γυναίκες στην Κωνσταντινούπολη (και όχι μόνον εκεί) θεωρούνταν αντικείμενα
Υιοθετημένη από πλούσιο ζευγάρι της Πόλης (Ακύλλας Καραζήσης, Λυδία Φωτοπούλου), η Πολυξένη μεγαλώνει με ένα μόνο όραμα: την εικόνα του αδελφού της από τον οποίο την απέσπασαν όταν ήταν μικρή. Θα καταφέρει να τον ξαναδεί; Ομως αυτό δεν είναι το μοναδικό της πρόβλημα. Ο θάνατος του θετού πατέρα της στην αρχή της ταινίας σημαίνει, στην ουσία, την αρχή του τέλους της. Κατά μία έννοια, η ταινία είναι μια αντίστροφη μέτρηση προς την καταστροφή σε όλα τα επίπεδα και η Μασκλαβάνου τη χειρίζεται με συνέπεια γιατί αγαπά αυτή την αθώα (αν και κάπως προβληματική) γυναίκα, την οποία όμως η Γκουλιώνη υποδύεται μηχανικά, λες και βασικό μέλημά της είναι να πείσει ότι έμαθε καλά τα τουρκικά που απαιτούσε ο ρόλος Βαθμολογία: 2
 «Δεν είμαι η Μαντάμ Μποβαρί» («I’ m not Madame Bovary», Κίνα, 2016)
Στην κοινωνική σάτιρα «Δεν είμαι η Μαντάμ Μποβαρί» («I’ m not Madame Bovary», Κίνα, 2016) του Ζιαογκάνγκ Φενγκ, για να αποκτήσει το δικό του διαμέρισμα (μέσω ενός κρατικού προγράμματος επιχορήγησης), ένα ζευγάρι από την Κίνα παίρνει διαζύγιο. Ομως ο άντρας εξαπατά τη γυναίκα και εκείνη διωγμένη από το σπίτι αποφασίζει να μην το βάλει κάτω. Με αντιπάλους το τέρας της γραφειοκρατίας και την αδιαφορία της ανδροκρατούμενης εξουσίας, θα παλέψει για το δίκιο της. Κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος «Δεν είμαι η Παν Τζιλιάν» του Ζενγιούν Λιου, που έκανε και τη σεναριακή διασκευή. Ως θέμα ακούγεται ενδιαφέρον, αλλά στην πράξη είναι μια ακατάπαυστη γκρίνια διάρκειας δύο ωρών και κάτι, η οποία σύντομα χάνει το ενδιαφέρον της και θες απλώς να τελειώσει. Ο λόγος για τον οποίο ο σκηνοθέτης αποφάσισε να καδράρει τα τεκταινόμενα μέσα σε έναν κύκλο ή σε ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο αφορά αποκλειστικά τον ίδιο.Βαθμολογία: 1 ½




«Coco»
Με το «Coco» η διάσημη εταιρεία κινουμένων σχεδίων Pixar («Ψάχνοντας τον Νέμο», «UP», «Ρατατούης» κ.ά.) απλώνει αυτήν τη φορά τα φτερά της πάνω από τον πολιτισμό του Μεξικού, πλάθοντας μια ιστορία όπου το περιβόητο έθιμο της Ημέρας των Νεκρών βρίσκεται σε πρώτο πλάνο. Κεντρικός ήρωας, ένας πιτσιρίκος αποφασισμένος να ακολουθήσει τα χνάρια του μουσικού προγόνου του, απόφαση που δεν βρίσκει καθόλου σύμφωνους τους δικούς του. Η πρόσκαιρη «μεταφορά» του στη Χώρα των Νεκρών είναι γεμάτη μάσκες θανάτου, νεκροκεφαλές και φαντάσματα – μια πολύχρωμη και θαρραλέα προσπάθεια της Pixar να πραγματευτεί το ζήτημα του θανάτου με βασικό μοτίβο το «άδραξε τη στιγμή και κάνε πραγματικότητα τα αληθινά όνειρά σου».Βαθμολογία: 2

ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΕΠΙΣΗΣ

«Χριστούγεννα και Σία» («Santa & Cie», Γαλλία, 2016) του Αλέν Σαμπά. Χριστουγεννιάτικη κωμωδία με τον Αλέν Σαμπά στον ρόλο του Αϊ-Βασίλη, ο οποίος τα βρίσκει σκούρα όταν ένα από τα ελάφια του αρρωσταίνει. Βαθμολογία: _
«The Wonder Kid» (Ελλάδα, 2017) του Γιώργου Παντελεάκη. Πορτρέτο του 19χρονου πυγμάχου Αλέξη Τσανικίδη ή αλλιώς του παιδιού-θαύματος, όπως τον ονομάζει η Διεθνής Ομοσπονδία Πυγμαχίας. Καθημερινότητα, προσωπικές στιγμές, τραυματισμοί, «κόψιμο» από τους Ολυμπιακούς του Ρίο – ένα πορτρέτο φτιαγμένο από τα υλικά που δημιουργούνται τα όνειρα, με τζαζ υπόκρουση και την αίσθηση μιας ιστορίας που αφορά περισσότερους απ’ όσους γνωρίζουν τον κόσμο του μποξ.Βαθμολογία: –
Βαθμολογία
5: εξαιρετική, 4: πολύ καλή, 3: καλή, 2: ενδιαφέρουσα, 1: μέτρια, 0: απαράδεκτη
*Ο Γιάννης Ζουμπουλάκης είναι κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα το ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ



Leave A Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.