«Αυτό που σόκαρε τη μητερα μου είναι που έγραψα για τη φτώχεια. Επειδή ντρέπεται γι’ αυτήν…»

0

 Στην Καλιφόρνια είναι 11 το πρωί και ο ήλιος φωτίζει το δωμάτιο όπου βρίσκεται ο Εντουάρ Λουί, αγουροξυπνημένος και ηλιοκαμένος. Ζητάει συγγνώμη για την εμφάνισή του ‒ μόλις έχει κάνει ντους και προσπαθεί να στρώσει το μαλλί του, που αρνείται να τον υπακούσει.

από τον M. HULOT 

Διορθώνει τον ήχο στο Skype, αλλάζοντας μικρόφωνο και ακουστικά, και αστειεύεται ότι έχει «παλιά τεχνολογία στο κινητό, από τον αρχαίο κόσμο».

Είναι συμπαθητική φυσιογνωμία, χαμογελαστός και με μια χαριτωμένη αμηχανία στην αρχή, αλλά σύντομα γίνεται «χείμαρρος», με τις λέξεις να βγαίνουν από το στόμα του με ρυθμό πολυβόλου.

Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι όταν τον βλέπω στην οθόνη είναι πώς κάποιος που φαίνεται τόσο πιτσιρικάς μπορεί να θεωρείται αυτήν τη στιγμή ένας από τους πιο σημαντικούς νέους συγγραφείς παγκοσμίως, και μάλιστα αυτός που ανανέωσε ένα ολόκληρο είδος, τη βιογραφία.

Το πρώτο του βιβλίο Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, που είναι και η αφορμή γι’ αυτήν τη συνέντευξη, ένα παγκόσμιο μπεστ σέλερ μεταφρασμένο σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες, είναι συγκλονιστικό. Δικαιολογημένα διαβάστηκε πολύ, συζητήθηκε ακόμα περισσότερο και προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις τα τελευταία τρία χρόνια: έχει μια έντονα αυτοβιογραφική αφήγηση τόσο φορτισμένη και βίαιη, ώστε εύκολα μπορείς να την αμφισβητήσεις.   

Στο Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ περιγράφει με ωμό τρόπο πώς είναι να μεγαλώνεις στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ως γκέι και σε συνθήκες εκφοβισμού ‒σχεδόν από κάθε πλευρά, σχολείο και σπίτι‒ σε μια πάμφτωχη οικογένεια της εργατικής τάξης σε ένα χωριό της βόρειας Γαλλίας, όπου η ανεργία και η αμορφωσιά εξαθλιώνουν τους ανθρώπους και τους οδηγούν στην άκρα δεξιά (οι αγράμματοι γονείς του ψηφίζουν το Εθνικό Μέτωπο).

Ο κόσμος του, το χωριό, το σχολείο, η οικογένεια, είναι ένας κόσμος βίας και αποκλεισμού που ο Εντύ βιώνει ακόμα πιο τραυματικά επειδή είναι διαφορετικός.

Η περιγραφή της κατάστασης που βίωσε στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια θεωρήθηκε τόσο εξωφρενική από τον πρώτο εκδότη που πήρε το βιβλίο στα χέρια του στο Παρίσι που αρνήθηκε να το εκδώσει επειδή «κανείς δεν θα πίστευε ότι υπάρχουν άνθρωποι στη Γαλλία που είναι τόσο φτωχοί».




Ο Εντύ Μπελγκέλ, που μεγάλωσε σε ένα σπίτι χωρίς βιβλία και πρώτη φορά διάβασε λογοτεχνία στα 17 του, κατάφερε να σπουδάσει Κοινωνικές Επιστήμες και φιλοσοφία στην École Normale και με το πρώτο βιβλίο του κατόρθωσε να δώσει φωνή στην εργατική τάξη και να αναγεννήσει το είδος της αυτοβιογραφίας, τοποθετώντας τη σε μια νέα εποχή με έναν τρόπο που έλειπε από τη λογοτεχνία, με ειλικρίνεια και ρεαλισμό τόσο άγριο και ωμό που σε κάνουν να αισθανθείς άβολα.

Το Εντύ Μπελγκέλ είναι το όνομα με το οποίο γεννήθηκε το 1992, σήμερα το έχει αλλάξει επίσημα σε Εντουάρ Λουί.

«Υποθέτω ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες μεγαλώνει ένα παιδί σαν κι εμένα, διαφορετικό, είναι ίδιες σε κάθε μέρος του κόσμου» λέει σοβαρός, ενώ ενθουσιάζεται όταν του δείχνω το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του.

Δυστυχώς, οι φτωχοί άνθρωποι σήμερα εκπροσωπούνται ελάχιστα στη λογοτεχνία σε σύγκριση με το πόσο εκπροσωπούνται η μπουρζουαζία και η μεσαία τάξη. Αναπαράγεται μια κατάσταση που καθιστά αυτούς τους ανθρώπους αόρατους και απόντες.

— Πότε άρχισες να γράφεις;

Για πρώτη φορά άρχισα να γράφω στα 18. Μετακόμισα στο Παρίσι για να σπουδάσω Φιλοσοφία και Κοινωνιολογία και εκεί άρχισα να έρχομαι αντιμέτωπος με τη λογοτεχνία, το σινεμά, την κουλτούρα γενικότερα. Βέβαια, πουθενά, ούτε σε βιβλίο ούτε σε ταινία, δεν βρήκα τους ανθρώπους της παιδικής μου ηλικίας, π.χ. τη μάνα μου, την αδελφή μου, τον πατέρα μου. Δεν έβλεπα αυτού του είδους τη φτώχεια, αυτό τον αποκλεισμό που ήταν διάχυτος στη γενέτειρά μου και παντού αλλού, στην Ελλάδα, στο Τέξας, στην Ιταλία, στη Γαλλία, στη Μαλαισία, όπου κι αν πας, σε κάθε σημείο του κόσμου.

Άρχισα να γράφω εξαιτίας αυτής της έλλειψης, επειδή η λογοτεχνία απέκλειε ανθρώπους όπως αυτοί με τους οποίους έζησα μικρός. Ξεκίνησα, λοιπόν, να γράφω για όλα αυτά που δεν έβρισκα στα βιβλία.

Οι συγγραφείς που διάβαζα τότε με ώθησαν να γράψω κόντρα στη λογοτεχνία, σαν να έπαιρνα ένα είδος εκδίκησης επειδή έβλεπα ότι περιφρονούσε αυτούς τους ανθρώπους, αυτή την πραγματικότητα κι αυτήν τη φτώχεια.

— Σε ποιον απευθυνόσουν όταν άρχισες να γράφεις αυτό το βιβλίο; Ποιο κοινό είχες στο μυαλό σου;

Γράφω για τους ανθρώπους που υποφέρουν. Είναι το μόνο πράγμα που με ενδιαφέρει, γιατί ο κόσμος όπου ζούμε τους κάνει διαφορετικούς. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν μεγάλη πλειονότητα γύρω μας, δεν είναι μειονότητα.

Το βιβλίο αρχίζει μ’ εμένα στον διάδρομο του σχολείου, όπου δύο τύποι με βασανίζουν. Είμαι 10 ή 11 χρονών και με λένε «πούστη», κι αυτή η προσβολή, αυτή η λέξη γίνεται «εγώ», από τη βία γεννήθηκα. Η βία ήταν το πρώτο πτυχίο μου, κατά κάποιον τρόπο. Και γι’ αυτούς τους ανθρώπους γράφω, που γεννήθηκαν μέσα στη βία, που τους αποκαλούν «πούστηδες», «αράπηδες», «Εβραίους», γράφω για γυναίκες, για φτωχούς.

Ξέρω ότι πολλοί από τους ανθρώπους για τους οποίους γράφω δεν θα έδιναν τη συγκατάθεσή τους για κάτι τέτοιο. Δεν θα το μάθαιναν κιόλας ‒κι αυτό είναι ένα παράδοξο‒, γιατί η λογοτεχνία δεν διαβάζεται πάντα από τους ανθρώπους που θέλεις.

Σκεφτόμουν ότι γράφω για να υπερασπιστώ κάποιον σαν τη μητέρα μου, να πολεμήσω γι’ αυτή, αλλά η μητέρα μου ποτέ δεν θα διαβάσει το βιβλίο γιατί δεν πήγε στο σχολείο, δεν σπούδασε, δεν είχε την ευκαιρία να μάθει να διαβάζει γιατί δεν είχε χρόνο. Έπρεπε να αγωνιστεί για να επιβιώσει. Δούλευε από μικρή, μετά έκανε οικογένεια. Ήταν πάντα κουρασμένη.

Ξεχνάμε ότι το διάβασμα απαιτεί ειδική εξάσκηση, θέλει εκπαίδευση και χρόνο, και ο χρόνος δεν είναι προσόν της εργατικής τάξης. Γράφω για τους ανθρώπους που δεν πρόκειται να με διαβάσουν. Αυτό σκέφτηκα κι ευχόμουν η μάνα μου να πάρει το βιβλίο, ακόμα κι αν δεν το διαβάσει.

— Δεν της το διάβασε κανείς;

Όχι, δεν ξέρει ακριβώς τι γράφω, αλλά δεν της αρέσει (γελάει).  Δυστυχώς, οι φτωχοί άνθρωποι σήμερα εκπροσωπούνται ελάχιστα στη λογοτεχνία σε σύγκριση με το πόσο εκπροσωπούνται η μπουρζουαζία και η μεσαία τάξη. Αναπαράγεται μια κατάσταση που καθιστά αυτούς τους ανθρώπους αόρατους και απόντες.

-Μπορούν οι δικοί σου να αντιληφθούν ποιος είσαι τώρα, ότι έχουν έναν γιο διάσημο;

Η μάνα μου ξέρει ότι είμαι δημόσιο πρόσωπο, αλλά ταυτόχρονα δεν της αρέσουν όσα γράφω στα βιβλία μου, επειδή μιλάω γι’ αυτό το περιβάλλον απίστευτης φτώχειας, γι’ αυτή την αποκλεισμένη περιοχή, την αποκλεισμένη κοινωνική τάξη. Δεν θέλει οι άλλοι να ξέρουν ότι είναι φτωχή.

Όταν έμαθε τι γράφω στο βιβλίο καβγαδίσαμε πολύ, θύμωσε μαζί μου. Βγήκε στην τηλεόραση κι έλεγε «ο γιος μου είναι ψεύτης, όλα είναι ένα ψέμα», ενοχλήθηκε πάρα πολύ, μου έστελνε προσβλητικά μηνύματα στο κινητό. Όταν την είδα και κουβεντιάσαμε με ρώτησε «γιατί είπες ότι είμαστε φτωχοί;» (συγκινείται και η φωνή του σπάει). Πιο πολύ τη σόκαρε που μίλησα για τη φτώχεια, επειδή ντρέπεται γι’ αυτήν.

Οι ανώτερες τάξεις, η μπουρζουαζία, η κυβέρνηση, την έκαναν να πιστεύει ότι είναι δικό της λάθος η φτώχεια, επειδή δεν δούλευε αρκετά, επειδή δεν μορφώθηκε αρκετά. Την έκαναν να αισθάνεται ντροπή που είναι φτωχή. Εξαιτίας αυτής της ντροπής που κουβαλάει στην πλάτη, δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι είναι ακόμα φτωχή.

Προτιμάει να πει ψέματα γι’ αυτό, κι αυτό ακριβώς είναι ένα πολύ σημαντικό πολιτικό θέμα παγκοσμίως. Γιατί πώς μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο όταν τα άτομα που υποφέρουν ντρέπονται που υποφέρουν; Δεν θέλουν να σταθούν στα πόδια τους και να πουν «υποφέρω», προτιμούν να πουν ψέματα. Προτιμούν να το κρύψουν. Προσπάθησα να εξηγήσω στη μάνα μου ότι δεν πρέπει να αισθάνεται άβολα με την πραγματικότητα και στο βιβλίο, κατά κάποιον τρόπο, έγραψα εναντίον της, ακριβώς γι’ αυτή την ντροπή που φέρει

 — Θέλω να μου εξηγήσεις τι σημαίνει το εξής: «Για να γράψεις καλή λογοτεχνία πρέπει να γράψεις εναντίον της».

Όταν σκεφτόμουν τη λογοτεχνία και την κουλτούρα γενικότερα πάντα έρχονταν στο μυαλό μου εκδότες, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, επιμελητές, άνθρωποι που δουλεύουν σε αυτούς τους χώρους και θεωρείται ότι βρίσκονται στην καλή πλευρά, επειδή ακριβώς ασχολούνται με τη λογοτεχνία. Νόμιζα ότι πάλευαν εναντίον του συστήματος απλώς και μόνο γι’ αυτόν το λόγο, ότι αντιστέκονται στην καταπίεση, ότι είναι μαχητές, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι αυτό δεν ισχύει. Στην Αμερική όπου βρίσκομαι αυτήν τη στιγμή είναι πολύ εμφανής αυτή η παρανόηση.

Οι συγγραφείς εδώ εκδίδουν ένα βιβλίο κι έχουν την εντύπωση ότι πολεμούν τον Τραμπ ή ότι μάχονται το σύστημα και τον καπιταλισμό, αλλά δεν αντιλαμβάνονται ότι πολύ συχνά η κουλτούρα και η λογοτεχνία ακολουθούν τον ίδιο ακριβώς μηχανισμό που ακολουθεί η υπόλοιπη κοινωνία. Οι φτωχοί άνθρωποι είναι αόρατοι στη σύγχρονη λογοτεχνία.

Στο παρελθόν ήταν διαφορετικά τα πράγματα, η αμερικανική λογοτεχνία είχε τον Ουίλιαμ Φόκνερ, την Τόνι Μόρισον, που ζει ακόμα, τον Στάινμπεκ, που αναφέρονταν στους φτωχούς ανθρώπους. Αλλά ο κόσμος αλλάζει, έτσι η λογοτεχνία χρειάστηκε να ανανεωθεί ξανά και ξανά.

Δυστυχώς, οι φτωχοί άνθρωποι σήμερα εκπροσωπούνται ελάχιστα στη λογοτεχνία σε σύγκριση με το πόσο εκπροσωπούνται η μπουρζουαζία και η μεσαία τάξη. Αναπαράγεται μια κατάσταση που καθιστά αυτούς τους ανθρώπους αόρατους και απόντες.

Η Τόνι Μόρισον άρχισε να γράφει για τους μαύρους επειδή δεν τους έβρισκε στα βιβλία, δεν εκπροσωπούνταν ουσιαστικά στη λογοτεχνία, γιατί ο ίδιος ο χώρος τούς απέκλειε όσο και η υπόλοιπη κοινωνία.

Για μένα, οι καλοί συγγραφείς, αυτοί που θαυμάζω πιο πολύ, είναι αυτοί που προκαλούν, που αναγκάζουν τη λογοτεχνία να συμπεριλάβει ανθρώπινα σώματα και ζωές που απέκλειε στο παρελθόν. Αν θέλεις να είσαι καλός στη λογοτεχνία, πρέπει να είσαι θυμωμένος με αυτήν, πρέπει να ανοίγεις ένα βιβλίο και να σκέφτεσαι τι λείπει. Δεν θα ‘πρεπε να ρωτάς «ποιος είναι εδώ» αλλά «ποιος δεν είναι, ποιος λείπει, τι δεν βλέπω». Αν θέλω να γράψω, πρέπει να σκεφτώ ποιος δεν ακούει, ποιος είναι απών; Κάποια πρόσωπα είναι πέρα από την απουσία, επειδή, για να θεωρείται κάποιος απών, πρέπει κάποτε να ήταν παρών, έστω και δυνάμει. Υπ’ αυτή την έννοια, κάποιοι άνθρωποι δεν θεωρούνται καν απόντες γιατί δεν τους πιάνει το μυαλό μας.

Θαυμάζω αυτό που έκανε ο Αντρέ Ζιντ με τους γκέι και η Τόνι Μόρισον με τους μαύρους ή η Σιμόν ντε Μποβουάρ με τις γυναίκες. Κάπως έτσι άρχισα να γράφω, με σκοπό να αλλάξω τον κόσμο. Είμαι σίγουρος ότι η ζωή μου ως γκέι δεν θα ήταν ίδια χωρίς τον Jaime Cortez, χωρίς το James Baldwin, τον Edmund White, τον Aντρέ Ζιντ.

διαβάστε ολόκληρη την συνέντευξη στο www.lifo.gr



ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.