Περιήγηση: ΜΥΡΩΔΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Αποσπάσματα Βιβλίων

«…Πόσο αληθινή αλλά και πόσο τρομερή είναι η διαπίστωση ότι η σκέψη ή το θέαμα της δυστυχίας μέχρις ενός σημείου εξασφαλίζει μεγάλη μερίδα της στοργής  μας · όμως σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, πέραν αυτού του σημείου παύει να την εξασφαλίζει. Πλανώνται όσοι υποστηρίζουν ότι αυτό πάντα οφείλεται στον έμφυτο εγωισμό της ανθρώπινης ψυχής.  Μάλλον έχει ως αφετηρία ένα είδος διάψευσης για το ότι θα μπορέσει κανείς τελικά να θεραπεύσει το υπερβολικό και το δομικό κακό. Για τον ευαίσθητο ο οίκτος…

«… Τα πράγματα είναι πιο εύκολα για τους θεοσεβούμενους, Ότο. Έχουν τουλάχιστον κάποιον να λένε τα βάσανά τους. Και πιστεύουν ότι όλα αυτά τα εγκλήματα έχουν ένα νόημα».  «Μάλιστα!» είπε ο Κβάνγκελ. «Και ποιο είναι αυτό το νόημα; Βλακείες! Δε θέλουν να αλλάξουν τίποτα στον κόσμο, γιατί πιστεύουν στη Βασιλεία των Ουρανών. Τους αρέσει να σέρνονται σαν τα σκουλήκια και να καταπιέζονται! Στην άλλη ζωή θα είναι πάλι ωραία και καλά. Ο Θεός, φυσικά, ξέρει γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Κι…

Η Χίλαρι χασμουρήθηκε. Στις επτά και είκοσι πέντε, παρακολούθησαν κάτι μ’ένα σκοτσέζο γιατρό και την καμαριέρα του, που η Χίλαρι το βρήκε πολύ αργό και επαρχιώτικο. Ο Άλαν της εξήγησε πως ήταν από τα δημοφιλέστερα προγράμματα της τηλεόρασης. Η Χίλαρι δεν το είχε ακούσει ποτέ. « Αυτό το επεισόδιο θα το συζητούν αύριο σε κάθε μπυραρία, σε κάθε γραφείο και εργοστάσιο της Βρετανίας», είπε ο Άλαν. «Η τηλεόραση είναι ένα από τα νήματα που εξασφαλίζουν τη συνοχή της χώρας, κι…

 …Όλα τα Χριστούγεννα κυλάνε προς τη δίγλωσση θάλασσα σαν ένα κρύο και ξεροκέφαλο φεγγάρι που τρεκλίζει κατηφορίζοντας τον ουρανό, δηλαδή το δρόμο μας· και σταματάνε στον αφρό των κρυσταλλιασμένων κυμάτων που παγώνουν τα ψάρια κι εγώ βυθίζω τα χέρια μου στο χιόνι και βγάζω στην επφάνεια ό,τι βρω. Βουλιάζει το χέρι μου σ’αυτή την λευκόμαλλη καμπανόγλωσση μπάλα των διακοπών που φτάνει ως την άκρη της καλαντίστρας θάλασσας και… Από το διήγημα του Ντύλαν Τόμας που περιέχεται στη συλλογή «Χριστουγεννιάτικες ιστορίες»,…

«Ξέρετε, κ. Μπέρναρντ, θα έπρεπε να καταγράφουμε αυτά σας τα αποφθέγματα». «Για τις επόμενες γενιές;» «Ακριβώς». Έτσι ξεκίνησαν οι συναντήσεις, με τον κύριο Μπέρναρντ να διακηρύττει: «Ξέρεις ποια είναι η μεγαλύτερη εφεύρεση του Δυτικού ανθρώπου;». «Όχι». «Οι τόκοι». Από το μυθιστόρημα του Μορντεκάι Ρίχλερ, «Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ» Εκδόσεις Πόλις, πρώτη έκδοση 2000, μετάφραση Κατερίνα Γεωργαλλίδη και Στρατής Μπουρνάζος . Σελίδα 187. Επιλογή κειμένου: Ζωή Καπερώνη .

«…Οι εχθροί του λένε ότι ήταν ένας μη εστεμμένος βασιλιάς που μπέρδευε την ενότητα με την ομοφωνία. Και σ’ αυτό οι εχθροί του έχουν δίκιο. Οι εχθροί του λένε πως εάν ο Ναπολέων είχε μια εφημερίδα όπως η Granma, κανένας Γάλλος δεν θα είχε μάθει την καταστροφή στο Βατερλό.         »Και σ’ αυτό οι εχθροί του έχουν δίκιο. Οι εχθροί του λένε ότι άσκησε την εξουσία μιλώντας πολύ και ακούγοντας λίγο, γιατί είχε μάθει να ακούει περισσότερο…

«…H λιποταξία του είχε προκαλέσει πάταγο σε Αλγερία και Γαλλία: καταδικάστηκε σε θάνατο. Με τους συντρόφους του, είχαν οργανώσει ένα αντιστασιακό σώμα που πολεμούσε τον γαλλικό στρατό χωρίς ωστόσο να είναι ενταγμένο στο Εφ-Ελ-Εν. Οι αυτονομιστές δεν άργησαν να δεχτούν αιφνιδιαστικά επίθεση, και ο Ανρί πιάστηκε ζωντανός από στρατιώτες του 504 Τάγματος Διαβιβάσεων: αφού τον κακοποίησαν του είπαν πως ήταν ελεύθερος να φύγει, εκείνος ήξερε πως δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση, έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω, φώναξε «Ζήτω το Κομμουνιστικό…

Λοιπόν, αύριο δεν θέλω μιλιά. Σε αλάνες νεότητας θα ξεπεζέψω, παρατηρώντας τα χρόνια να βυθίζονται στη μοίρα τους… Από το βιβλίο: «Ούτε τύμπανα, Ούτε τρομπέτες» του Γιάννη Τριάντη, Εκδόσεις  Ίκαρος, σελίδα 147. Το βιβλίο έχει τυπωθεί σε πολυτονικό σύστημα γραφής . Επιλογή κειμένου:   Ζωή Καπερώνη

«…Κάτι που πήρε τ’αυτί μου σ’ένα καφέ: Ένας νεαρός ναζί κάθεται με το κορίτσι του και συζητούν το μέλλον του κόμματος. Ο ναζί είναι μεθυσμένος « Α, το ξέρω ότι θα νικήσουμε, εννοείται» αναφωνεί ανυπόμονα «αλλά αυτό δε φτάνει!». Χτυπάει τη γροθιά του στο τραπέζι. «Πρέπει να χυθεί αίμα!» Το κορίτσι τού χαϊδεύει το μπράτσο καθησυχαστικά. Προσπαθεί να τον καταφέρει να γυρίσουν σπίτι. «Μα, φυσικά και θα χυθεί αίμα, αγάπη μου» τον καλοπιάνει γλυκά «το υποσχέθηκε ο Αρχηγός στο πρόγραμμά…

«…Δεν είχα προλάβει να πατήσω το πόδι μου στη γη, κι όρμησε πάνω μου μια χοντρή αρκούδα. Α, σκέφτηκα, πάνω στην ώρα! Έπιασα με τα χέρια μου τα μπροστινά της πόδια και της τα έσφιξα καλωσορίζοντάς τη με τόση εγκαρδιότητα, που άρχισε να ουρλιάζει φοβερά εγώ όμως, χωρίς να δώσω σημασία, την ακινητοποίησα και τη κράτησα τόσο πολύ σ’αυτή τη θέση, μέχρι που πέθανε από τη πείνα. Έτσι κέρδισα και το σεβασμό όλων των άλλων αρκούδων και δεν τόλμησε πια…

«… Όταν γύρισα από τη Γαλλία και μπήκα στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, ο πατέρας μου κι εγώ πια μιλούσαμε διαφορετικές γλώσσες, ήμασταν καταδικασμένοι να μη συναντηθούμε ποτέ. Ο χρόνος απλώς μας απομάκρυνε περισσότερο. Μας έδειξε ότι οι χαρακτήρες μας είναι ασυμβίβαστοι και μπορούν να αναπτυχθούν μόνο σε αποκλίνουσες κατευθύνσεις. Είναι κάτι που αυτός ποτέ δε θα δεχτεί με σεβασμό. Ούτε καν προσπάθησε να καταλάβει ότι ένας έφηβος δεν νοιάζεται για την οπισθοδρομική παρέα των φίλων του, που την ημέρα κραυγάζουν…

«Παραδεχτείτε Πως γύρω σας φουσκώνουν τα νερά Θα σας μουσκέψουν ως το κόκαλο, για τα καλά Κι αν θαρρείτε Πως αξίζει να σωθείτε Να κολυμπάτε αρχίστε τώρα Αλλιώς σαν πέτρες θα βυθιστείτε Ναι, τα νερά μανιάζουν Οι καιροί αλλάζουν.» Μπόμπ Ντύλαν, Νόμπελ Λογοτεχνίας 2016, μετάφραση Γ.Ι. Μπαμπασάκης Επιλογή Κειμένου: Ζωή Καπερώνη

«Τα βράδια, όταν έκλειναν τα φώτα και έπεφτε στο κρεβάτι του, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Εκεί που έκλεινε τα μάτια, μες στο σκοτάδι, άκουγε έναν ήχο· μικρές καμπάνες, η μία μετά την άλλη, χτυπούσαν. Ο ήχος ακουγόταν από μακριά, ερχόταν γι’αυτόν, έμπαινε στο δωμάτιο. Τον έκανε η μητέρα του καθώς πλησίαζε. Ήταν μέσα σ’ένα αυτοκίνητο- είχαν μπει σε αυτοκίνητο που έκανε τέτοιο ήχο, σ’ένα λούνα παρκ-, θα σταματούσε μπροστά στην πύλη, θα τον έβαζε μέσα και θα έφευγαν. Ή μπορεί…

«…Το ραδιόφωνο μετάδινε δηλώσεις διαφόρων ιεραρχών μετά το τέλος της ταφής. Ήταν ένα υπέρλαμπρο αστέρι, έλεγε ο Μητροπολίτης στο μικρόφωνο. Τώρα ο Θεος να μας βοηθήσει να εκλέξουμε το διάδοχό του, που πρέπει να είναι όσιος, άκακος και αμόλυντος. Αχνογέλασε ο Βικέντιος, του’ ρθανε πάλι αστραπιαία στο μυαλό τα όσα τράβηξε από τα δεκαεφτά του χρόνια, απόδιωξε τη σκέψη γρήγορα και πήρε το κουτάβι στα χέρια του. Εσύ μονάχα είσαι όσιο, άκακο και αμόλυντο μικρό μου. Δε θα σ’ αφήσω…

«Περιμέναμε. Και περιμέναμε. Και περιμέναμε. Όλοι μας. Μα καλά, δεν ήξερε ο μουρλογιατρός ότι το να περιμένεις ήταν από κείνα τα πράγματα που σε μουρλαίνουν; Οι άνθρωποι περιμένουν σ’όλη τους τη ζωή. Περιμένουν να ζήσουν, περιμένουν να πεθάνουν. Περιμένουν στη ουρά για να αγοράσουν χαρτί υγείας. Περιμένουν στην ουρά για να εισπράξουν χρήματα. Κι αν δεν έχουν ήδη χρήματα, περιμένουν σε ακόμα μεγαλύτερες ουρές. Περιμένεις να πας για ύπνο και μετά περιμένεις να ξυπνήσεις. Περιμένεις να παντρευτείς και μετά περιμένεις…