Τι πρόστιμο επιβάλλεται σήμερα, όταν δεν εκδίδεται Απόδειξη Λιανικής (Α.Λ.Σ)

0

Ένα  ερώτημα που τίθεται συχνά από πολλούς είναι το τι πρόστιμο επισύρει σήμερα η μη έκδοση απόδειξης λιανικών συναλλαγών, δηλαδή αυτό που κοινά αναφέρουμε ως Απόδειξη Λιανικής, είτε πώλησης αγαθών, είτε  παροχής υπηρεσιών.

Αντιγράφουμε λοιπόν το ερώτημα από τον δικτυακό τόπο epixeirisi.gr καθώς και την έγκυρη του απάντηση σε αυτό.

Θα ήθελα να σας ρωτήσω τι πρόστιμο επισύρει η μη έκδοση απόδειξης λιανικών συναλλαγών σε επίπεδο ΦΠΑ και φορολογίας εισοδήματος καθώς και τι άλλες κυρώσεις επιφέρει σε όποιον διαπιστωθεί ότι προβαίνει στην ανωτέρω παράβαση;

Απάντηση:

Από το ερώτημά σας προκύπτει ότι αναφέρεστε σε παραβάσεις που συμβαίνουν σε τρέχοντα χρόνο. Μετά τις αλλαγές που επέφερε ο Ν 4337/2015  (άρθρο 3, παρ. 8 του Ν 4337/2015, με το οποίο  προστέθηκε το άρθρο 58Α στον ΚΦΔ), το πρόστιμο από την μη έκδοση απόδειξης λιανικής πώλησης, περιορίζεται στον ΦΠΑ. Έτσι, για τις περιπτώσεις μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς στοιχείου για πράξεις που επιβαρύνονται με ΦΠΑ και οι οποίες διαπιστώνονται κατόπιν ελέγχου,επιβάλλεται πρόστιμο   ίσο με το 50% επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα.

Σε κάθε περίπτωση, παραθέτουμε τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν την παράβαση του ερωτήματος, εφόσον αυτή διαπιστώνεται από τον έλεγχο ότι συνέβη μέχρι την ψήφιση του Ν 4337/2015.

Σημειώνουμε τα παρακάτω:

Η μη έκδοση απόδειξης λιανικής πώλησης αγαθών αναφέρεται στις παραβάσεις του άρθρου 55 του ΚΦΔ (Ν 4174/2013)

Ωστόσο, ο πρόσφατος νόμος 4337/2015  επέφερε δύο ριζικές αλλαγές στο καθεστώς των προστίμων για παραβάσεις σχετικές με την έκδοση ή και την λήψη πλαστών, εικονικών, ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων, με τη μη έκδοση ή ανακριβή έκδοση φορολογικών στοιχείων άνω των 5.000 ευρώ, καθώς και με την καταχώριση στα βιβλία εικονικών δαπανών.

Έτσι, βάσει του άρθρου 3 παρ. 4 περ. β, του  Ν 4337/2015, από 17.10.2015 (έναρξη ισχύος  του νόμου 4337/2015) καταργήθηκαν οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 55 του ΚΦΔ. Συνεπώς, από την 17.10.2015 και εφεξής δεν θα επιβάλλονται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές πρόστιμα για τις παρακάτω περιπτώσεις παραβάσεων:

 

Παραβάσεις Φορολογικών Στοιχείων για τις οποίες καταργούνται τα πρόστιμα από 17.10.2015

 

Α. Μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση φορολογικών στοιχείων αξίας άνω των 5.000 ευρώ.
Β. Έκδοση πλαστών φορολογικών στοιχείων.
Γ. Έκδοση – Λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων.
Δ. Νόθευση φορολογικών στοιχείων.
Ε. Καταχώριση στα βιβλία αγορών ή εξόδων που δεν έχουν πραγματοποιηθεί και δεν έχει εκδοθεί φορολογικό στοιχείο.

 

Περαιτέρω,  βάσει των μεταβατικών διατάξεων των παρ. 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 7 του νόμου 4337/2015 , τα προϊσχύσαντα καθεστώτα του παλαιού Ν 2523/1997 (Ποινολόγιο) και του άρθρου 55, παρ. 2 του ΚΦΔ (πριν από την κατάργησή του), τα οποία είχαν εφαρμογή σε σχέση με τα πρόστιμα που επιβάλλονται για παραβάσεις σχετικές με την έκδοση ή και την λήψη πλαστών, εικονικών, ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων, καθώς και με τη μη έκδοση ή την  ανακριβή έκδοση φορολογικών στοιχείων, αντικαθίστανται από νέες διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν εν γένει μειωμένα πρόστιμα.

Ειδικότερα:

(α) για τις παραβάσεις των διατάξεων του καταργηθέντος ΚΒΣ (ΠΔ 186/1992 ) και του επίσης καταργηθέντος ΚΦΑΣ (Ν 4093/2012 ) που διαπράχθηκαν μέχρι την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 54 (ήτοι, μέχρι 1.1.2014) και 55 (ήτοι, μέχρι 26.7.2013) του Ν 4174/2013 (ΚΦΔ), καθώς επίσης και

(β) για τις παραβάσεις που διαπράχθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του Ν 4337/2015  και για τις οποίες είχαν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 55 του Ν 4174/2013, εφόσον κατά την κατάθεση του Ν 4337/2015  (12.10.2015) δεν έχουν εκδοθεί οι οριστικές πράξεις επιβολής προστίμων ή πρόκειται για εκκρεμείς  υποθέσεις, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5 του Ν 2523/1997  ή, αντιστοίχως, της παρ. 2 του άρθρου 55 του ΚΦΔ, αλλά επιβάλλονται τα κατωτέρω πρόστιμα:

i) Για παραβάσεις έκδοσης πλαστών στοιχείων ποσό ίσο με το 50% της αξίας κάθε στοιχείου.

ii) Για παραβάσεις που αφορούν έκδοση εικονικών ή λήψη εικονικών στοιχείων ή νόθευση αυτών, καθώς και καταχώρηση στα βιβλία αγορών ή εξόδων χωρίς παραστατικά, ποσό ίσο με το 40% της αξίας κάθε στοιχείου. Εάν η αξία του στοιχείου είναι μερικώς εικονική ποσό ίσο με το 40% του μέρους της εικονικής αξίας.

iii) Όταν δεν δύναται να προσδιορισθεί η μερικώς εικονική αξία, ποσό ίσο με το 20% της αξίας του στοιχείου.

iv) Όταν η εικονικότητα ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη, ποσό ίσο με το 20% της αξίας του στοιχείου.

v) Στην περίπτωση λήπτη εικονικού φορολογικού στοιχείου, ποσό 10% της αξίας του στοιχείου για κάθε παράβαση, εφόσον η λήψη του στοιχείου δεν είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του φόρου εισοδήματος του οικείου φορολογικού έτους.

vi) Για παραβάσεις που αφορούν μη έκδοση ή ανακριβή έκδοση στοιχείων ή άλλες παραβάσεις που έχουν σαν αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής, η δε αποκρυβείσα αξία είναι μεγαλύτερη των 1.200 ευρώ, ποσό ίσο με το 25% της αξίας της συναλλαγής ή του μέρους της αποκρυβείσας (μη εμφανισθείσας) αξίας για κάθε παράβαση.

vii) Για τις λοιπές παραβάσεις, που δεν υπάγονται σε μια εκ των ανωτέρω περιπτώσεων ποσό ίσο με το 1/3 του οριζόμενου από τις διατάξεις του άρθρου 5 του N 2523/1997, επιβαλλόμενου προστίμου, κατά περίπτωση, για κάθε παράβαση.

Leave A Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.