Ιστορία: Σμύρνη, το κοσμοπολίτικο λιμάνι…

0
Συντάκτης: Ζιζή Σαλίμπα




Άνθρωποι καλοντυμένοι μπαινοβγαίνουν στα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Ένα πολύβουο πλήθος από μεροκαματιάρηδες και αχθοφόρους συμπληρώνει το ανθρώπινο μωσαϊκό.Στο μεγάλο παζάρι της πόλης, πωλητές μπροστά στους πάγκους διαλαλούν την πραμάτεια τους. Στον σιδηροδρομικό σταθμό, εκεί όπου καταλήγει η σιδηροδρομική γραμμή προς την ασιατική ενδοχώρα, τα βαγόνια μεταφέρουν προϊόντα και πρώτες ύλες για τα διεθνή βιομηχανικά κέντρα.

Μια πόλη σε πλήρη ευημερία. Μια πόλη που μεταμορφώνεται συνεχώς, γιατί τα πολιτικά γεγονότα που συντελούνται εντός των τειχών της επηρεάζουν και μεταβάλλουν το οικονομικό γίγνεσθαι ή η οικονομική ανάπτυξη είναι αυτή που κατευθύνει τα πολιτικά γεγονότα.

Από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, με τη χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Γαλλία, η Βρετανία και η Γερμανία κατάφεραν να πραγματοποιήσουν οικονομική διείσδυση σε μια χώρα εξαιρετικής πολιτικής και στρατηγικής σημασίας.

Σε αντάλλαγμα, οι μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις επωφελούνταν από τις τεράστιες διευκολύνσεις που τους παρείχε ο σουλτάνος και πραγματοποιούσαν κερδοφόρες επενδύσεις σε ορυχεία, σιδηροδρομικά και λιμενικά έργα, τηλεφωνικά δίκτυα και έργα εξηλεκτρισμού.

Το σκηνικό ανατρέπεται με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και των αυτοκρατοριών στην Ευρώπη. Το 1918, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που είχε τεθεί στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας, Βουλγαρίας) συνθηκολογεί.

Η ανίχνευση της οικονομίας της Σμύρνης, μιας πόλης που αποτέλεσε για αιώνες ένα διεθνές οικονομικό κέντρο, τη στιγμή ακριβώς που τερματίζεται μια μακρά ιστορική περίοδος στην Ανατολική Μεσόγειο, με την επικράτηση του τουρκικού κράτους υπό την ηγεσία του Κεμάλ Ατατούρκ, επιτρέπει να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς που πρέπει να τεθούν σε κίνηση, έτσι ώστε από την οικονομία του πολέμου να περάσει η περιοχή της Σμύρνης στην οικονομική ανασυγκρότηση.

Τρεις μήνες μετά την αποβίβαση των ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη, τον Αύγουστο του 1919, η διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας στέλνει εκεί τον γενικό επιθεωρητή Αλέξανδρο Κορυζή, με αποστολή να ερευνήσει τις υφιστάμενες οικονομικές συνθήκες και να προετοιμάσει την ίδρυση υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στη Σμύρνη.

Η στιγμή για την ανάδειξη νέων πρωταγωνιστών στην οικονομική δραστηριότητα της περιοχής διαφαίνεται ιδανική, αφού η ισορροπία των δυνάμεων στον πολιτικό χάρτη είχε ανατραπεί με τον πόλεμο.

Το ελληνικό κράτος ασκεί εθνική πολιτική, ενώ η Εθνική Τράπεζα, ως αρωγός του, μετά την ίδρυση του υποκαταστήματος στις 8 Ιανουαρίου 1920, αναλαμβάνει πλέον τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξάπλωση των ελληνικών οικονομικών συμφερόντων στην περιοχή της Σμύρνης και στην εξυπηρέτηση των οικονομικών αναγκών της στρατιάς στη Μικρά Ασία.

Ο Αλέξανδρος Κορυζής, επιφορτισμένος και με τα καθήκοντα του οικονομικού συμβούλου της Υπατης Αρμοστείας, μαζί με τρεις επιθεωρητές της Εθνικής Τράπεζας απαρτίζουν το Τμήμα Οικονομικών Μελετών της Αρμοστείας και αναλαμβάνουν, λόγω παντελούς έλλειψης στατιστικών στοιχείων, να ερευνήσουν την αγορά της Σμύρνης, με στόχο τη σύνταξη μελέτης για την οικονομία της και ειδικότερα για τους κλάδους της γεωργίας, της καπνοπαραγωγής, της βιομηχανίας και των ξένων εταιρειών που λειτουργούν στην περιοχή.

Η μελέτη και το τεκμηριωτικό υλικό που τη συνοδεύει, η οποία ολοκληρώθηκε σε χρόνο ρεκόρ, μόλις 4 μηνών, φυλάσσονται σήμερα στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας και είναι αποκαλυπτικά.

Τον Οκτώβριο του 1919, ο ελληνικός στρατός κατέχει στη Μικρά Ασία έκταση 18.745 χλμ. και 1.125.000 κατοίκους. Τα έργα υποδομής, μοχλοί της οικονομικής ανάπτυξης της Σμύρνης και της γύρω περιοχής έχουν συντελεστεί. Υπάρχει εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο.

Οι γραμμές Σμύρνη – Αϊδίνι (από το 1856), Σμύρνη – Κασαμπάς (από το 1864), που είχαν γίνει με αγγλικά και γαλλικά κεφάλαια αντίστοιχα, όπως και η σιδηροδρομική σύνδεση Βαγδάτης – Σμύρνης (από το 1885), με γερμανικά κεφάλαια, εξασφαλίζουν άρτιες συνθήκες για το διαμετακομιστικό εμπόριο των δυτικών βιομηχανικών προϊόντων προς τη μικρασιατική ενδοχώρα.

Η ανακαίνιση και η διεύρυνση του λιμανιού ‒πυρήνας της σμυρναϊκής οικονομίας και κοινωνίας‒, μήκους 3.325 μέτρων, από τους αδελφούς Dussaut με κεφάλαια γαλλικά έχει ολοκληρωθεί από το 1874.

Όμως, το εξαγωγικό εμπόριο βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους στασιμότητας εξαιτίας του πολέμου. Η περιοχή ήταν φημισμένη για τα εκλεκτής ποιότητας αγροτικά προϊόντα.

Τα καπνά και τα σουσάμια εξάγονταν κυρίως στη Γερμανία, το βαμβάκι στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, το όπιο (αφιόνι), από το οποίο έβγαινε η μορφίνη, εξαγόταν στη Γερμανία, το ελαιόλαδο που χρησιμοποιείτο και ως πρώτη ύλη στη σαπωνοποιία εξαγόταν σε όλη την Ευρώπη και στις χώρες της Αμερικής, το κριθάρι, που αποτελούσε την πρώτη ύλη για την κατασκευή της μπίρας, εξαγόταν στην Αγγλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και τη Γερμανία, η γλυκόριζα στην Αμερική και στην Αγγλία, τα δέρματα στην Κεντρική Ευρώπη.

Ελευθεραί 29 Απριλίου 1919 - τρίτη μέρα - η επιβίβασις τελειώνειΕλευθεραί 29 Απριλίου 1919 – τρίτη μέρα – η επιβίβασις τελειώνει | Από το Λεύκωμα Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922

 

Ένα σημαντικό μέρος του εξαγωγικού και εισαγωγικού εμπορίου διεξάγεται από τους Ελληνες. Από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, ελληνικοί εμπορικοί οίκοι, όπως αυτοί των Μαυροκορδάτου, Ράλλη, Ροδοκανάκη, με ευρεία δίκτυα και υποκαταστήματα στα μεγάλα λιμάνια της Ευρώπης, λειτουργούν και στη Σμύρνη και αφορούν κυρίως το εμπόριο των βαμβακερών.

Μια εταιρία-κολοσσός εκείνης της εποχής που κατείχε το παγκόσμιο μονοπώλιο στον τομέα της ταπητουργίας, η «Oriental Carpet manufactures Ltd», με έδρα της τη Σμύρνη, διέκοψε τη λειτουργία της.

Επρόκειτο για επιχείρηση βρετανικών συμφερόντων, που προερχόταν από συγχωνεύσεις μικρών βιοτεχνικών επιχειρήσεων και εργαστηρίων και είχε Ελληνες εργάτες και διοικητικό στελεχικό δυναμικό.

Η εταιρεία αυτή είχε μονάδες και γραφεία αντιπροσωπείας στις σημαντικότερες πόλεις της Ινδίας και της Περσίας, στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, στην Αργεντινή, στον Καναδά και στην Αγγλία.

Εννέα μεγάλες επιχειρήσεις ξένων συμφερόντων κυριαρχούσαν στους νευραλγικούς τομείς της βιομηχανίας της περιοχής, δηλαδή στην παραγωγή ενέργειας, την κλωστοϋφαντουργία και τα τρόφιμα.

Ταυτοχρόνως λειτουργούσαν 5.300 περίπου βιοτεχνικά εργαστήρια, τα οποία στην πλειονότητά τους, κατά 75,5%, είχαν Ελληνες ιδιοκτήτες και εργαζόμενους.

Η μεγάλη αύξηση κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στις τιμές των πρώτων υλών και της καύσιμης ύλης κατέστησε εξαιρετικά δύσκολη τη λειτουργία των εργοστασίων ακόμα και μετά την ανακωχή.

Η μείωση των εμπορικών και βιομηχανικών δραστηριότητων συμπαρέσυρε και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Από τις 40 ξένες ασφαλιστικές εταιρείες μόνο 18 κατάφεραν να επιζήσουν στο τέλος του πολέμου.

Τα λαϊκά στρώματα υπέφεραν εξαιτίας της ανεργίας που είχε ανεβεί κατακόρυφα, με τις επιτάξεις που έκαναν οι τουρκικές αρχές στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, στις αποθήκες και στα προϊόντα που φυλάσσονταν, στα ζώα και σε κάθε μεταφορικό είδος.

Είχαν βάλει λουκέτο τα εμπορικά καταστήματα, ενώ οι αγρότες είχαν αναγκαστεί να παραδώσουν τα ζώα, τις άμαξες και τα αναγκαία μέσα για την καλλιέργεια των αγρών τους.

Τα μικρασιατικά παράλια, που ήταν κέντρα καπνοφυτείας και σταφιδοπαραγωγής, είχαν εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους, επειδή ήταν εκτεθειμένα στις εχθρικές επιθέσεις. Κατά τη διάρκεια των ετών 1914-1915, περίπου 168.850 Ελληνες εκδιώχθηκαν.

Η στρατολογία πολλών ηλικιών των ανδρών κατά τη διάρκεια του πολέμου έγινε αισθητή λόγω της απότομης αύξησης των ημερομισθίων τόσο στον βιομηχανικό όσο και στον γεωργικό τομέα. Οι εναπομείναντες δεν επαρκούσαν και επιπλέον στερούνταν των ειδικών γνώσεων που απαιτούσαν οι γεωργικές εργασίες.

Η σοδειά που δεν είχε επιταχθεί σάπιζε στους αγρούς. Σύννεφα από ακρίδες κατά τους θερινούς μήνες, από το 1915 και για δύο χρόνια, έπεφταν στα σπαρτά και τα κατέστρεφαν. Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις, που πριν από τον πόλεμο ήταν 1.500.000 στρέμματα, μειώθηκαν σε 800.000 κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Στην αγορά σημειώθηκε έλλειψη καταναλωτικών αγαθών, κυρίως σε τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης, όπως ενδύματα, ρούχα, χαρτί, φάρμακα, κυρίως λόγω της αυξημένης ζήτησης για την κάλυψη των αναγκών του στρατού και της επίταξης των σιδηροδρόμων από τον στρατό.

Σιδ. Γέφυρα Κιοσκ, ανατιναχθείσα υπό των υποχωρούντων Τούρκων, επισκευάζεται πρόχειρα από τον μηχανικό μαςΣιδ. Γέφυρα Κιοσκ, ανατιναχθείσα υπό των υποχωρούντων Τούρκων, επισκευάζεται πρόχειρα από τον μηχανικό μας | Απο το Λεύκωμα Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922

 

Η μαύρη αγορά στην πόλη της Σμύρνης έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Οι χρυσές λίρες, που αφθονούσαν άλλοτε στην περιοχή, τα ασημένια ακόμα και τα νικέλινα νομίσματα αποθησαυρίζονταν.

Η υποτίμηση της τουρκικής λίρας έναντι της αγγλικής ήταν ραγδαία και η κερδοσκοπία του συναλλάγματος είχε αναχθεί σε μια από τις προσφιλέστερες δραστηριότητες. Είναι προφανές ότι κάποιοι βρέθηκαν με πολλά χρήματα στο τέλος του πολέμου: τοκογλύφοι και έμποροι που εφοδίαζαν τον στρατό ή επιδίδονταν στο εσωτερικό εμπόριο, μεταπράτες.

Η νέα αστική τάξη Τούρκων, φίλα προσκείμενη στο νεοτουρκικό καθεστώς, είχε δημιουργηθεί. Στον τραπεζικό τομέα, στις 8 Ιανουαρίου 1920, οπότε ιδρύεται το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, σημειώνεται μεγάλη κινητικότητα. Λειτουργούν ήδη υποκατάστημα της ιταλικής τράπεζας Banca di Roma, της γαλλικής Crédit Foncier d’Algérie et de Tunisie (θυγατρική της Crédit Foncier de France), της Banque de Salonique γαλλικών συμφερόντων, ενώ μελετάται η ίδρυση υποκαταστήματος της αγγλικής τράπεζας Banque Nationale de Turquie και της Ιονικής Τράπεζας.

Η Εθνική Τράπεζα, με την ίδρυση του υποκαταστήματος στη Σμύρνη, είχε ως πρωταρχικό μέλημα να εξαλείψει το νομισματικό χάος από την κερδοσκοπία του συναλλάγματος και να αποτρέψει την υποτίμηση της δραχμής.

Ένα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα της Συνθήκης των Σεβρών για την ελληνική πολιτεία ήταν ότι προέβλεπε ως επίσημο νόμισμα την τουρκική λίρα. Επίσης, το υποκατάστημα εκτελούσε εμπορικές εργασίες, εξαγωγές-εισαγωγές, συγκέντρωνε τις καταθέσεις των Ελλήνων και ικανοποιούσε τις τεράστιες επισιτιστικές και ταμειακές ανάγκες του ελληνικού στρατού.

Φωτογραφία από το λεύκωμα «Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922» του Δημοσθένη ΚυρμιζάκιΦωτογραφία από το λεύκωμα «Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922» του Δημοσθένη Κυρμιζάκι | 

 

Τον Σεπτέμβριο του 1922 η ελληνική παρουσία στη Σμύρνη εξαφανίστηκε μέσα στη φωτιά που απλώθηκε σε ολόκληρη την πόλη.

Όσοι από τους Ελληνες γλίτωσαν την τουρκική οργή πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Στη νέα πατρίδα τους, την Ελλάδα, προσέφεραν ένα μεγάλο οικονομικό κεφάλαιο: την τεχνογνωσία τους στον τομέα της γεωργίας – κυρίως στην καλλιέργεια και την επεξεργασία των καπνών και στην υφαντουργία.

Ένας νέος κλάδος της ελληνικής βιομηχανίας, η ταπητουργία, που στηρίζεται στην επιδεξιότητα των γυναικείων προσφυγικών χεριών, γεννήθηκε στις παρυφές των ελληνικών μεγαλουπόλεων.

Οι πρόσφυγες τίθενται επικεφαλής στην αγροτική, εμπορική και βιομηχανική επεξεργασία του καπνού. Ο υλικός πολιτισμός που αφορά την ένδυση, τη διατροφή και την κατοικία μπολιάζεται και εμπλουτίζεται με τις συνήθειες και τις νοοτροπίες των προσφύγων.

Η Σμύρνη, πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επικαλύφθηκε από την Izmir του σύγχρονου τουρκικού κράτους.

*Ιστορικός – οικονομολόγος

Η αρχική Φωτογραφία από το λεύκωμα «Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922» του Δημοσθένη Κυρμιζάκι

Πηγή: http://www.efsyn.gr/






ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.