Συνταξιοδότηση μισθωτού: Η επιχείρηση οφείλει αποζημίωση αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης;

0

Σύμφωνα με τον Νόμο 3198/1955 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων», οι μισθωτοί που συνδέονται δια σχέσεως εργασίας αορίστου χρόνου με τον εργοδότη τους, «συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη υπό την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενο όριο ηλικίας, εν ελλείψει δε τούτου, το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας,  με την συγκατάθεση του εργοδότου,  δικαιούνται του ημίσεως της υπό του Ν 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ή του Β∆ της 16/Ιουλίου/1920 οριζόμενης αποζημιώσεως, δια την περίπτωσιν απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας» (άρθρο 8, εδάφιο α’).




Ο νόμος αναφέρει ρητά ότι μισθωτοί εν γένει (υπάλληλοι ή εργατοτεχνίτες) υπαγόμενοι για σύνταξη σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα (τώρα ΕΦΚΑ), μπορούν να αποχωρούν από την εργασία τους, δικαιούμενοι της μισής αποζημίωσης (50%) που προβλέπεται από τον Ν 2112/1920 (ή το ΒΔ 16/18-7-1920) για την περίπτωση της καταγγελίας σύμβασης εργασίας, εφόσον υπάρχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις:

  1. Συνδέονται με τον εργοδότη τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
  2. Έχουν συμπληρώσει στον αυτόν εργοδότη δεκαπενταετή υπηρεσία ή το από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό προβλεπόμενο όριο ηλικίας, ή αν δεν υπάρχει τέτοιο όριο, το 65ο έτος της ηλικίας ανεξαρτήτως φύλου.
  3. Αποχωρούν από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη. Ο οικειοθελώς αποχωρών, χωρίς την συγκατάθεση του εργοδότη, έστω και αν έχει 15η υπηρεσία σε αυτόν, δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση. Η συγκατάθεση του εργοδότη πρέπει να χορηγείται πριν την αποχώρηση του μισθωτού εγγράφως ή προφορικώς, αλλά σε κάθε περίπτωση να μην τίθεται εν αμφιβόλω (άρα στην περίπτωση της προφορικής συγκατάθεσης θα πρέπει να υπάρχει η εμμάρτυρη παρουσία).

Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι το πεδίο εφαρμογής του εδαφίου α’ του άρθρου 8 του Ν 3198/1955, μετά την θέσπιση της παραγράφου 1, του άρθρου 5 του Ν 435/1976, περιορίστηκε μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος δεν έχει δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης (βλέπε: ΑΠ 372/1981, ΑΠ 979/1982)[1]

Σε κάθε άλλη περίπτωση, θα πρέπει να θεμελιώνεται δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης, ήτοι, να υπάρχει απόφαση του ασφαλιστικού φορέα για την απονομή αυτή, οπότε ο αποχωρών δικαιούται να λάβει το 50% της οριζόμενης για την καταγγελία σύμβασης εργασίας αποζημίωση, ή το 40% αυτής, αν υπάρχει επικουρική ασφάλιση.

Πηγή: «Βήμα των Λογιστών” – http://epixeirisi.gr/


[1] Βλέπε Στυλιανός Βλαστός: ΑΤΟΜΙΚΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ: Η σχέση εξαρτημένης εργασίας.

 










ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ