Ελληνική γλώσσα: Ξέρεις τι σημαίνουν; (μερικές λέξεις-Α’ μέρος)

0

Α

Αγλάισμα

(αρχαία λ. ἀγλάισμα < ἀγλαΐζω «λαμπρύνω, δοξάζω» < αρχ. ἀγλαός «λαμπρός, φωτεινός», που ίσως συνδ. με τις λ. ἀγάλλομαι, γελῶ, γαλήνη)

= αυτό για το οποίο χαίρεται κανείς· καύχημα, στολίδι, καμάρι

π.χ. «Σαλαμίνα, στολίδι τού Σαρωνικού και αγλάισμα των αιώνων!»
π.χ. «Στην προσφώνησή του ο πρύτανης χαρακτήρισε τον αποχωρούντα καθηγητή αγλάισμα τού πανεπιστημίου».

Αδολεσχία

(αρχαία λ. ἀδολεσχία < ἀδολέσχης «φλύαρος» πιθ. <στερητ. ἀ- + αδο- [ἡδύς] + λέσχη «ομιλία» = ο μη ηδύς (ευχάριστος) στην ομιλία, ο ενοχλητικός στην ομιλία, ο φλύαρος)
= φλυαρία, ενοχλητική πολυλογία
π.χ. «Ο Σωκράτης κατηγορήθηκε από μερικούς αντιπάλους του ότι η διαλεκτική του ήταν εν πολλοίς αδολεσχία που δεν γινόταν αισθητή στους μαθητές του»

Άλως

(αρχαία λ. ἡ ἅλως [τῆς > ἅλω] «αλώνι – φωτεινός δακτύλιος»)
= φωτεινός δακτύλιος (ηλίου, σελήνης), φωτοστέφανο (αγίων)
π.χ. «Για να απαλλαγεί από την κατηγορία τής διαφθοράς εμφανίζεται ως υπερασπιστής των φτωχών με την άλω τής αγιότητας»

Αμετροέπεια

( λόγια λέξη [1887] < αρχ. ἀμετροεπής < ἄμετρος+ ἔπος «λόγος»)
= έλλειψη μέτρου στα λεγόμενα, πολυλογία, κενολογία
π.χ. «Παρά την αναμφισβήτητη μόρφωσή του η αμετροέπεια στους λόγους του προκαλεί δυσμενείς εντυπώσεις και τον αδικεί»

Άθυρμα

(λόγια λέξη < αρχ. ἀθύρω «παίζω»)

= παιχνίδι, παίγνιο, (μεταφορικά) πιόνι, μαριονέτα

π.χ. «Δεν έχει ισχυρή προσωπικότητα. Είναι άθυρμα στη βούληση των ισχυρών»

Ανειμένος

( < ανίημι «χαλαρώνω, ξεσφίγγω», παράβαλε το ομόρριζο άνεσις)
= χαλαρός
π.χ. «Χρησιμοποιεί πολύ ανειμένη γλώσσα που δεν ταιριάζει σ’ ένα αυστηρώς επιστημονικό κείμενο.»

Αποφορά

(αρχαία λέξη [<αποφέρω] με αρχική σημασία «ό,τι αποφέρει φόρους» και μετέπειτα «ό,τι αποφέρει / αποπνέει δυσάρεστη οσμή», άρα «δυσωδία»)
= δυσωδία, άσχημη οσμή, βρόμα
π.χ. «Η αποφορά τής διαφθοράς πλημύρισε τη χώρα. Είναι καιρός να καθαρίσει η χώρα από αυτή την κόπρο τού Αυγείου»

Αργυρώνητος

(αρχαία λέξη ἀργυρώνητος < ἄργυρος «χρήματα» + ὠνοῦμαι «αγοράζω»)
= εξαγορασμένος, πουλημένος
π.χ. «Η πλειονοψηφία που έδωσε τότε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση λέγεται ότι περιελάμβανε και τρεις αργυρώνητους από την αντιπολίτευση».

Αρχολίπαρος

( αρχαία. λ. < ἀρχή + λιπαρῶ «επιθυμώ»∙ πρβλ. εκ-λιπαρώ)
= αυτός που επιδιώκει αρχές και αξιώματα, φίλαρχος, αρχομανής
π.χ. «Χαρακτηρίζεται από τους φίλους του ως αρχολίπαρος, γιατί συνεχώς μιλάει και ενδιαφέρεται να καταλάβει κάθε μορφής εξουσία»

Αχλύς

( αρχ. ἀχλύς «ομίχλη, συννεφιά»)
= ομίχλη, καταχνιά, θολούρα
π.χ. «Αχλύς μυστηρίου καλύπτει την υπόθεση τής εξαφάνισης τού χειρογράφου»

Β

Βάσανος, η

(αρχαία λέξη, αιγυπτιακής προέλευσης, που δήλωνε τη «λυδία λίθο» με την οποία ελέγχετο η γνησιότητα τού χρυσού αλλά και την εξονυχιστική εξέταση για κάτι. Η λέξη εξελίχθηκε τους μεσαιωνικούς χρόνους σημασιολογικά και γραμματικά στη λέξη το βάσανο «ταλαιπωρία, επώδυνο μαρτύριο»)
= εξονυχιστικός έλεγχος για να εξακριβωθεί η αλήθεια ή η αξία
π.χ. «Η διαδικασία τής εκλογής τού νέου προέδρου θα τεθεί υπό την βάσανο τής δικαστικής διερεύνησης για να ελεγχθεί η νομιμότητά της»

Βόστρυχος

(αρχαία λέξη, ίσως παράλληλος -με εκφραστικό σ-τύπος τής λέξης βότρυχος<βότρυς «τσαμπί (σταφύλια)». Και οι δύο τύποι βόστρυχος/βότρυχος σώζονται σε νεοελληνικές διαλέκτους:βούτρυχος, βούρυχο,πόστρυχο)
= μπούκλα
π.χ. «Η κόμη των κοριτσιών σε αρχαίες παραστάσεις εμφανίζεται πλεγμένη σε βοστρύχους με περισσό κάλλος»

Γ

Γεραρός

(-ά, -ό) (αρχαία λ., < γέρας «βραβείο, τιμητική αναγνώριση»)
= αυτός που αξίζει τον σεβασμό· αξιοσέβαστος.
π.χ. «Ο ασκητής για πολλά χρόνια εγκαταβιούσε στη γεραρά Μονή Κουτλουμουσίου.»
«Φοιτήσαμε στη γεραρά Ζωσιμαία Σχολή.»
«Την επιστολή τού γεραρού συλλόγου υπέγραφε ο τότε πρόεδρός του, Νικόλαος Πολίτης.»
«Πού η γεραρά μορφή σου απεκρύφθη, μεγαλόφωνε Αισχύλε, πού; (Δημήτριος Βερναρδάκης)»

Γλαφυρός

(αρχαία λ., που συνδέεται ετυμολογικά με το ρήμα γλύφω «λαξεύω, σμιλεύω, σκαλίζω» (> γλυπτός), πράγμα που εξηγεί την αρχική σημασία «σκαμμέ¬νος κοίλος, βαθουλωτός». Συνδέεται ετυμολογικά με τη λ. γλυφίδα (< αρχ. γλυφίς, -ίδος «σμίλη»).
= 1. (για ύφος, κείμενο, ομιλία) αυτός που χαρακτηρίζεται από παραστατική, κομψή και λογοτεχνική διατύπωση· κομψός, χαριτωμένος.
π.χ.«Στο κείμενό σου καταφέρνεις να περιγράψεις μια πολύ κοινή κατάσταση με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο».
π.χ. «Τέτοιου είδους γλαφυρά σχόλια δεν ταιριάζουν σε επιστημονικό δημοσίευμα, που πρέπει να έχει ουδέτερο ύφος».
= 2. (για ομιλητή, συγγραφέα) αυτός που εκφράζεται με άνεση και κομψότητα.
π.χ. «Αν και δεν ήταν ιδιαίτερα ικανός ομιλητής, στον γραπτό του λόγο αποδεικνυόταν εξαιρετικά συστηματικός και απρόσμεναγλαφυρός».
π.χ. «Ο υπουργός ήταν πάλι γλαφυρός στον διάλογό του με τους δημοσιογράφους».
π.χ. «Ενώ είναι γλαφυρότατος στις περιγραφές του σχετικά με την πόλη και τα αξιοθέατά της, δεν αναφέρει τίποτα για τους πληθυσμούς που κατοικούσαν εκεί».

Γλίσχρος

( < αρχ. γλίσχρος, από ρίζα γλι- «κολλώ»∙ ομόρριζα γλοιώδης, γλίνα, γλίτσα)
= ανεπαρκής, πενιχρός, ισχνός
π.χ.«Δεν μπορείς να έχεις εντυπωσιακά αποτελέσματα με τόσο γλίσχρα μέσα».

Γοερός

( < γόος (ο) «θρήνος, σπαρακτικό κλάμα»)
= θρηνητικός, σπαρακτικός
«Την ομιλία της διέκοπταν γοεροί λυγμοί.»

Δ

Διαρρήδην

(αρχ. < διά + ρη- (πβ. ρή-ση, ρη-τός, ρή-μα) + δην (πβ. άρ-δην, φύρ-δην μίγ-δην)
= κατηγορηματικά, ρητά, απερίφραστα
π.χ. «Απέκλεισαν διαρρήδην την επιμήκυνση τού χρόνου αποπληρωμής τού χρέους»

Δυσήνιος

(< δυσ- + ηνία «χαλινάρια»)
= δυσυπότακτος, που δεν ανέχεται χαλινάρια, που δεν υπακούει εύκολα
«Οι Τούρκοι κατάλαβαν ότι έχουν να κάνουν με πολύ δυσήνιους υπηκόους»

Ε

Εγγενής

( <  αρχ. ἐγγενής < ἐν + -γενής < γίγνομαι∙ ομόρριζα: α-γενής, συγ-γενής, ενδο-γενής, ευ-γενής)
= έμφυτος, σύμφυτος, από τη γέννησή του
π.χ. «Υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες στην αντιμετώπιση τού προβλήματος»

Εγκολπώνομαι

(αρχ. ἐγκολποῦμαι < ἐν + κόλπος «κοίλωμα, αγκάλη»)
= ενστερνίζομαι, αγκαλιάζω, υιοθετώ
π.χ. «Οι αγωνιστές εγκολπώθηκαν τα διδάγματα τού Κοραή και πήραν τα όπλα»

Εγκύπτω

(αρχαία λ. ἐγκύπτω < ἐν + κύπτω «σκύβω»)
= σκύβω επάνω σε κάτι με προσοχή, ασχολούμαι συστηματικά
π.χ. «Όσοι εγκύψουν στο πρόβλημα τής ανεργίας θα καταλάβουν ότι πρόκειται για μείζον θέμα που απειλεί την κοινωνική συνοχή».

Εμπλεος

[+ γενική] (αρχ. ἔμπλεος/ἔμπλεως < ἐν + πίμπλημι «γεμίζω»∙ ομόρριζα πλέον, πλήρης, πλήθος, πολύς)
= πλήρης, γεμάτος
π.χ. «Ο ομιλητής, έμπλεος αισιοδοξίας, ανέβασε τη διάθεση τού ακροατηρίου»

Ενδιαίτημα

(< αρχ. ἐνδιαίτημα «κατοικία» < ἐνδιαιτῶμαι <ἐν + διαιτῶμαι < διαιτῶ, απ’ όπου και δίαιτα «τρόπος διατροφής»)
= κατοικία
π.χ. «Χρησιμοποιούσε ως ενδιαίτημα πολυτελή βίλα στην Εκάλη»

Ενεός

= άφωνος, άναυδος, σαν χαμένος (από κατάπληξη)
«Η εξαγγελία τής απόλυσής τους μετά από τόσα χρόνια τους άφησε ενεούς»

Ζ

Ζείδωρος

(αρχαία λέξη ζείδωρος < ζειά «είδος σιτηρού» + δῶρον με παρετυμολογική σύνδεση προς τα ζω / ζωή)
= ζωογόνος
π.χ. «Το ζείδωρο πνεύμα και τα ενθαρρυντικά του λόγια ενδυνάμωναν το φρόνημα όλων και φιλοτιμούνταν να αποδώσουν ό,τι καλύτερο για το κοινό καλό»

Ζηλωτής

( < ζηλώ «ζηλεύω –τρέφω ζήλο, λαχταρώ» < ζήλος)
= 1. (κακόσημο) φανατικός, φονταμενταλιστής
π.χ. «Δεν είναι απλώς πιστός, είναι ζηλωτής της τήρησης του τυπικού και δεν συγχωρεί καμία παρέκκλιση.»

= 2. (εύσημο) θιασώτης, οπαδός
π.χ. «Υπήρξε ζηλωτής των παραδόσεων του λαού του και πολέμησε γι’αυτές.»

Η

Ηγερία

(από το λατινικό Egeria, όνομα νύμφης, η οποία ισχυριζόταν ο Ρωμαίος βασιλιάς Νουμάς Πομπίλιος ότι τον ενέπνεε στους νόμους που εξέδιδε, προσδίδοντας έτσι κύρος σ’αυτούς)
= γυναίκα που συντροφεύει κάποιον μεγάλο (καλλιτέχνη, διανοούμενο, πολιτικό κ.λπ.) εμπνέοντάς τον
π.χ. «Πολλοί πιστεύουν ότι η Ασπασία υπήρξε ηγερία τού Περικλή»

Ήγουν

(αρχαία λ. ἤγουν «δηλαδή», που προήλθε από συγχώνευση τής φράσης ἤ γ’ οὖν «ή μάλλον»)
=δηλαδή· ήτοι, τουτέστιν, δηλονότι, με άλλα λόγια, αλλιώς.
π.χ. «Ο υπουργός υπέγραψε εσπευσμένως τη μετάθεση τού μέχρι πρότινος συνεργάτη του, ήγουν τον εκπαραθύρωσε τεχνηέντως».
π.χ. «Η καλλιτεχνία προϋποθέτει το καλό μέσα της. Αλλιώς γίνεται τέχνη, ήγουν μαστοριά, ήγουν εργολαβία, ήγουν κρατική επιχορήγηση».
(Διονύσιος Σολωμός) «Τούτη τη στιγμή βλέπει στον ύπνο της το πράγμα που πάντοτες απεθύμουνε, ήγουν την αδελφή της που διακονεύει, και για τούτο την είδες τώρα που εχαμογέλασε»

Ημιονηγός

( < ἡμίονος «μουλάρι» + -ηγός <ἄγω)
= (παλαιότερα στον στρατό) οδηγός ημιόνων, μουλαράς
π.χ. « Παλαιότερα, αν τα πολιτικά σου φρονήματα ήταν αντίθετα προς την κρατούσα κατάσταση, στον στρατό σε έβαζαν να υπηρετήσεις στους ομιονηγούς»

Θαλερός

(αρχαία λ., < θάλλω «ανθίζω, ανθοφορώ», το οποίο συνδέεται ετυμολογικά με το ουσιαστικό θαλλός «τρυφερός βλαστός», καθώς και με τα κύρια ονόματα Θαλής, Θάλεια, Ευ-θαλία. Από το θέμα τού θάλλω σχηματίστηκαν διάφορα σύνθετα σε -θαλής, π.χ. αμφι-θαλής, ετερο-θαλής, ευ-θαλής.
[Ενώ το ρήμα θάλλω γράφεται με δύο –λ-, όπως και το αρχ. θαλλός «κλαδί, βλαστάρι», τα υπόλοιπα παράγωγα και σύνθετα γράφονται με ένα –λ-. Αυτό περιλαμβάνει το επίθετο θαλερός και τα σύνθετα αει-θαλής, ετερο-θαλής, αμφι-θαλής.])

= 1. (για φυτά) αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση ανθοφορίας.
π.χ. «Είχε ένα υπέροχο εξοχικό με περιποιημένους, θαλερούς κήπους. Εκεί περνούσε όλο το καλοκαίρι».
(Νίκος Καρούζος) «Ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι»
= 2. (μτφ.) αυτός που βρίσκεται στην ακμή του.
π.χ. «Στην Κάτω Ιταλία υπήρχαν επί αιώνες θαλερές ελληνικές αποικίες».

Θεμιστοπόλος

(αρχαία λέξη θεμιστοπόλος < θέμις, -ιδος /-ιστος «δικαιοσύνη» + -πόλος [< πέλομαι «κινούμαι»]. Τα σύνθετα σε -πόλος/ -πολος δηλώνουν « τον ταγμένο σε κάτι» : θεμιστο-πόλος, θαλαμη-πόλος, ονειρο-πόλος, περί-πολος )
= λειτουργός τής δικαιοσύνης, νομομομαθής, νομικός
π.χ. « Ο Σαρίπολος, ο Μπαλής κ.ά. μεγάλοι θεμιστοπόλοι τίμησαν και ανέδειξαν τη νομική επιστήμη στην Ελλάδα»

Θρυαλλίδα

(αρχαία λέξη θρυαλλίς «φυτό που χρησίμευε για φιτίλι» < θρύον «καλάμι, βούρλο» + -αλλίς)
= φιτίλι – αφορμή
π.χ. «Η ομιλία τού υπουργού στη Βουλή απετέλεσε τη θρυαλλίδα οξείας σύγκρουσης με την αντιπολίτευση»

ΔΕΙΤΕ και τα άλλα 2 μέρη…

Ελληνική γλώσσα: Ξέρεις τι σημαίνουν; (μερικές λέξεις-Β’ μέρος)

Ελληνική γλώσσα: Ξέρεις τι σημαίνουν; (μερικές λέξεις-Γ’ μέρος)

 

Leave A Reply

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.