Η άδεια αναψυχής αποτελεί βασικό και αναγκαστικό δικαίωμα δικαίου του εργαζομένου, που συνδέεται άμεσα με την υγεία και την ασφάλεια του. Το ισχύον νομικό πλαίσιο καθορίζει με σαφήνεια τόσο τη διάρκειά της όσο και τον τρόπο χορήγησης και αμοιβής της, επιβάλλοντας συγκεκριμένες ρυθμίσεις στον εργοδότη.
Του Γιάννη Καρούζου, Δικηγόρου-Εργατολόγου.*
Πόσες ημέρες άδειας δικαιούται ένας εργαζόμενος;
Η άδεια άδεια αναψυχής ανέρχεται σε 20 εργάσιμες ημέρες για πενθήμερη εργασία και 22 για εξαήμερη, αντίστοιχα. Το δικαίωμα γεννάται από την έναρξη της εργασιακής σχέσης, με τον εργαζόμενο να λαμβάνει αναλογία άδειας κατά το πρώτο έτος. Η διάρκεια σταδιακά με βάση τα έτη υπηρεσιών, φθάνοντας έως 22 ημέρες στο πενθήμερο και 26 στο εξαήμερο, ενώ μετά από μακροχρόνια προϋπηρεσία (10 ή 12 έτη και) προβλέπονται επιπλέον ημέρες, που μπορούν να φτάσουν έως 26 και 31 αντίστοιχα.
Πότε πρέπει να τη χορηγήσει ο εργοδότης;
Ο χρόνος χορήγησης της άδειας καθορίζεται κατ’ αρχήν με συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου. Ωστόσο, ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει εντός δύο μηνών από σχετικό αίτημα, ενώ τουλάχιστον οι μισοί εργαζόμενοι πρέπει να λαμβάνουν άδεια στο διάστημα Μαΐου–Σεπτεμβρίου. Σε κάθε περίπτωση, η άδεια πρέπει να εξετάζεται έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους. Δεν επιτρέπεται μονομερής επιβολή της από τον εργοδότη, παρά μόνο κατ’ εξαίρεση, όταν πλησιάζει η ανωτέρω προθεσμία.
Μπορεί να υπάρξει κατάτμηση της άδειας σε περισσότερες ημέρες;
Η άδεια χορηγείται, κατά κανόνα, ενιαία. Κατάτμηση επιτρέπεται μόνο κατόπιν αιτήματος του εργαζομένου και συμφωνίας με τον εργοδότη, ενώ ένα τμήμα της πρέπει υποχρεωτικά να καλύπτει τουλάχιστον μία πλήρη εργάσιμη εβδομάδα.
Πώς αμείβεται η άδεια;
Κατά τη διάρκειά της, ο εργαζόμενος λαμβάνει τις κανονικές αποδοχές του, καθώς και επίδομα άδειας, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τον μισό μηνιαίο μισθό ή τα 13 ημερομίσθια, αναφορικά με τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο. Τα ποσά αυτά προκαταβάλλονται με την έναρξη της άδειας. Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας χωρίς να έχει ληφθεί άδεια, καταβάλλεται αντίστοιχη αποζημίωση.
Μπορεί ο εργαζόμενος να εργαστεί σε άλλον εργοδότη κατά τις ημέρες τις άδειας αναψυχής του;
Η άδεια προορίζεται αποκλειστικά για ανάπαυση. Ο εργαζόμενος δεν επιτρέπεται να απασχολείται άλλου κατά τη διάρκειά της, διαφορετικά χάνει το δικαίωμα αμοιβής για την εργασία αυτή, σύμφωνα με το άρ. 226 παρ. 2 Κ.Ε.Δ.
Τί συμβαίνει στην περίπτωση που ο εργαζόμενος ασθενήσει κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής;
Όπως συνάγεται από το άρθρο 221 Κ.Ε.Δ., η άδεια αναψυχής δεν συμψηφίζεται με την άδεια ασθενείας. Εάν ο εργαζόμενος ασθενής κατά τη διάρκειά της, η άδεια διακόπτεται και συνεχίζεται μετά τη λήξη της ασθένειας, εφόσον προηγηθεί σχετική συμφωνία μεταξύ των μερών.
Μπορεί η άδεια που δεν χορηγήθηκε εγκαίρως να χορηγηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο;
Η μεταφορά της άδειας στο επόμενο έτος δεν επιτρέπεται, ούτε κατόπιν συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Εάν η άδεια δεν χορηγείται έως την 31η του επόμενου έτους, η σχετική Μαρτίου μετατρέπεται σε χρηματική. Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει τις αποδοχές και τις επίδομες άδειες, απλές όταν δεν υπάρχει υπαιτιότητά του και με προσαύξηση 100%, όταν η μη χορήγηση σε πτώσεις του.
Είναι νόμιμη η απόλυση εργαζομένου κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής;
Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής είναι άκυρη‧ η απαγόρευση αυτή δε, καταλαμβάνει και την προειδοποίηση απόλυσης.
Δεν ισχύει όμως το ίδιο για την απόλυση που γίνεται κατά τη διάρκεια άλλων αδειών, όπως συμβατικής αδείας ή παρανόμου χορηγήσεως αδείας παρελθόντων ετών. Ομοίως, η απόλυση του μισθού κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειας δεν είναι απλώς και μόνο λόγω του χρόνου συντέλεσής της.
Συνολικά, η άδεια αναψυχής αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα με σαφή όρια και σκοπό: την ουσιαστική ανάπαυση του εργαζομένου. Η έγκαιρη και ορθή χορήγησή της δεν είναι απλώς τυπική υποχρέωση, αλλά κρίσιμο στοιχείο για τη νόμιμη και εύρυθμη λειτουργία των εργασιακών σχέσεων.
Αναδημοσίευση από https://dikigorosergatologos.gr/
