Διάφορες ειδήσεις
Του Γιώργου Μπαμπινιώτη Α Αγλάισμα (αρχαία λ. ἀγλάισμα < ἀγλαΐζω «λαμπρύνω, δοξάζω» < αρχ. ἀγλαός «λαμπρός, φωτεινός», που ίσως συνδ. με τις λ. ἀγάλλομαι, γελῶ, γαλήνη) = αυτό για το οποίο χαίρεται κανείς· καύχημα, στολίδι, καμάρι π.χ. «Σαλαμίνα, στολίδι τού Σαρωνικού και αγλάισμα των αιώνων!» π.χ. «Στην προσφώνησή του ο πρύτανης χαρακτήρισε τον αποχωρούντα καθηγητή αγλάισμα τού πανεπιστημίου». Αδολεσχία (αρχαία λ. ἀδολεσχία < ἀδολέσχης «φλύαρος» πιθ. <στερητ. ἀ- + αδο- [ἡδύς] + λέσχη «ομιλία» = ο μη ηδύς (ευχάριστος) στην…